Δημήτρης Λιαντίνης
Joomla Slide Menu by DART Creations
Τα Βιβλία του Λιαντίνη
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
Χειρόγραφα
Αναμονές-Προσθήματα
...

Γράμμα στο Δημήτρη (Πέτρος Βλαχάκος)

Γράμμα στο Δημήτρη (Πέτρος Βλαχάκος)

Αγγλική Έκδοση της
Γκέμμα

Αγγλική Έκδοση της Γκέμμα

Ρωσική Έκδοση της
Γκέμμα

Ρωσική Έκδοση της Γκέμμα

Αποσπάσματα από το ανέκδοτο βιβλίο του Δημήτρη Λιαντίνη
«ΟΔΟΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ»

 

 

ΑΝΕΠΙΚΑΙΡΟ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΓΡΑΦΗΝ ΑΥΤΗ

Αλλ’ ή πρόσθε θανείν

Ή έπειτα γενέσθαι

 

΄

Ένα δύο  φορές το χρόνο ανεβαίνω στην Ακρόπολη να ξεναγήσω τους μαθητές μου. Όλοι τους είναι φύραμα γόνιμο. Φοιτητές του Αθήνησι, δάσκαλοι μετεκπαιδευόμενοι στο Μαράσλειο και μάχιμοι εκπαιδευτικοί των ΠΕΚ, φυσικοί, μαθηματικοί, βιολόγοι, χημικοί, φιλόλογοι.

Καθώς ανηφορίζουμε Κυριακή πρωί στο Ιερό, είμαστε η Συνοδεία του Διονύσου, που λέει ο ποιητής. Το μεσημέρι πίνουμε το καφεδάκι μας στο Λουμπαρδιάρη Και Καπνίζουμε και ένα «θανατερό».

Η περιήγηση μας επάνω στο Βράχο δε μοιάζει τόσο σπουδή αρχαιολογική. Περισσότερο είναι μια περιδιάβαση στοχασμού και άσκηση οδύνης. Γίνεται μια πορεία από το ανθρακικό ασβέστιο στο θειϊκό ασβέστιο με όχημα την όξινη βροχή. Καταπώς ορίζει πια η αρειμάνια τεχνολογία μας.

Η ορειβασία αρχίζει από τα μαύρα ρούχα και τα δάκρυα του Ηρώδη του Αττικού για τον πρόωρο χαμό της τρυφερής Ρήγιλλας και το Ωδείο που της έκαμε δώρο. Προχωρούμε στο μάτι της Ακρόπολης με την ενοχλητική του τσίμπλα, το βάθρο δηλαδή του στρατηγού Αγρίππα που κάποτε ήταν για τους τοτεσινούς έλληνες ό,τι είναι για τους σημερινούς το άγαλμα Τρούμαν μπροστά στο Ωδείο Αθηνών. Μιλάμε γα τους κίονες του Παρθενώνα και των Προπυλαίων, καθώς και για τις Καρυάτιδες, στην προσπάθεια να φανερωθεί ότι η Ακρόπολη είναι εργολαβία ιωνική, σύλληψη όμως και καταλαμπή Δωριέων. Φιλοσοφούμε ύστερα πάνω στον αισθητικό λόγο της «κλασικής ευθείας» σε αντίθεση προς τις βυζαντινές «κυρτή και κοίλη» και φιλοκαλούμε με τις γεωμετρικές καμπύλες των παραλλήλων που μελέτησε ο μαθηματικός Καραθεοδωρής. Λέμε και άλλα πολλά ή λίγα, η σημασία τους κρέμεται από τον τρόπο όπου θέλει τινας να τα θεωρήσει, καθώς έλεγε ο Σολωμός για τις μάχες του Βοναπάρτη. Έτσι παρατηρούμε λ.χ. τη Λαπιθίδα και τον τορνευτό μηρό της που ταράζει το αίμα του Κενταύρου και τελειώνουμε στο ναό του Μοσχοφόρου και την Κόρη του Ευθυδίκου που την είδε κάποτε ο Ελύτης να κλαίει.

Είναι σεμνή η πομπή μας. Μόνο που σε μια στιγμή, ωσάν φθάνουμε κάτου από τη γαλανή σημαία μας, αρχίζω να τινάζω κατά τη θάλασσα και τα όρη της Αττικής τις βεγγαλικές βλαστήμιες μου. Γιατί εκεί είναι που διαβάζουμε την επιγραφή για το Σάντα και το Γλέζο στην τοιχισμένη πλακέτα.

Λέω τοιχισμένη για να θυμίσω εκείνον τον τουρκόπαπα, τον καταδότη με τους μουτακερέδες, που τον έπιασε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και τον έχτισε ζωντανό στον τοίχο μαζί με τις άλλες πέτρες και τον ασβέστη.

Και βέβαια τίμιε αναγνώστη,  που ο Σάντας και ο Γλέζος είναι ήρωες. Γιατί κατέβασαν και ταπείνωσαν τη σημαία των ναζί. Πράξη που δεν είναι μόνο παληκαριά, αλλά κλείνει μέσα της φαντασία ποίησης και υποβολή συμβόλου. Οι Σάντας και Γλέζος αξίζουν να δοξάζουνται στα εστεμμένα ηρώα της μνήμης του έθνους.

Έλα όμως σε φόβο ανθρώπου και γνώση θεού και ειπέ μου: τι λογής προβατοκέφαλοι Υβριστές ήσαν εκείνοι που είχαν την ιδέα να πάνε να κρεμάσουν ετούτη την πλακέτα στην Ακρόπολη; Όσο η ίδια η πράξη από τους δράστες υπήρξε στιβαρή, τόσο ο επικαταλογισμός της από τους θαυμαστές στέκεται χυδαίος και λοιδωρία τόπου.

Ακρόπολη είναι αυτή, ελληνάδες μου! Δεν είναι το Ηραίον τείχος, ούτε η Αγορά των αργείων, ούτε το θέατρο της Περγάμου. Εδώ έρχονται ολοχρονίς και ασταμάτητα σκύθες και βουσμάνοι, ιάπωνες και γροιλανδοί, ν’ ανεβούνε και να γονατίσουν. Ωσάν το Ρενάν και την προσευχή του.

Η Ακρόπολη είναι το πνευματικό Κορακαρούμ και το Έβερεστ του Πλανήτη μας. Όσοι έχουν αίσθηση και συναίσθηση και εναίσθηση του τι σημαίνει ν’ ανεβείς εδώ, αυτοί γνωρίζουν πως χρειάζεται να σπαταλήσουν τόση δύναμη ύπαρξης, όσο αντοχή οργανισμού σπατάλησαν οι μετρημένοι ορειβάτες που ανέβηκαν στο Έβερεστ και στο Κορακαρούμ.

Γιατί εδώ, μέσα στη λευκή πέτρα έπηξε η μουσική του κόσμου. Εδώ η γνώση, το μέτρο, η τάξη και ο αγώνας του ανθρώπου ελάβανε το χρίσμα εκείνων των νόμων που υψώνουν τη φύση σε κόσμημα και κόσμο.

Στην Ακρόπολη για μία μόνο φορά ο άνθρωπος και η πράξη του έσωσαν να πηδήξουν από το είδωλο στο παράδειγμα, από το παράδειγμα στο αρχέτυπο, και από το αρχέτυπο στο φυτούργημα. Στο αχνάρι ετούτο τυπώθηκε η σταθερή και ανώλεθρη οδηγία ζωής για όλες τις ερχόμενες φυλές και κάθε μελλοντικό πολιτισμό.

Και από την άλλη μεριά δεν είναι μόνοι οι Σάντας και Γλέζος που ευδοκίμησαν απάνου στην Ακρόπολη. Είναι και άλλοι ήρωες και μάλιστα πολύ ηρωότεροι, εάν η ανδρεία έχει αναβαθμούς.

Εδώ, στον ξύλινο Κουλέ, εκρεουργήθηκε ο πρώτος αθλητής Οδυσσέας Ανδρούτσος. Έπεσε όρθιος ο κακοήθης αλλά μεγαλόψυχος Γκούρας. Και καταπλακώθηκε μέσα στο Ερεχθείο η νεαρή του χήρα. Εκείνη η ασημόβεργα, η φιλντισοκοκαλένια που τη φώναζαν Νταλιάνα.

Εδώ, στις Κάμαρες του Σερπετζέ, ο τίμιος και πικρός Μακρυγιάννης έλαβε τις λαβωματιές του, που όσο έζησε ύστερα τις έφερνε και τις φορούσε στο "σκουληκιασμένο" του σώμα.

Είναι άνδρες επιφανείς, που δεν έδρασαν απλά στην Ακρόπολη, αλλά έπεσαν κιόλας. Και δεν βρέθηκε κανείς ούτε φρόνιμος ούτε παράφρονας να προτείνει να τους χαράξουν γράμματα και επιγραφή πάνω σε τούτο το σεμνό θέμελο του κόσμου.

 

 

ΣΤΟ ΗΩΚΑΙΝΟ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΑΙΩΝΑ

 

Μυρτάλη[1],

Κάποτε μια καινούργια φυλή από σκεπτόμενα όντα θα ανασκάψει ετούτο το Βράχο. Σ’ ένα μέλλον, που από σή­μερα θα μετριέται δεκαεφτά ή εικοσιοκτώ εκατομμύρια χρόνια. Ίσως και σαράντα. Στο Ηώκαινο, ας πούμε, ή στο Μειόκαινο που θάρθουν.

Προϊόντα γεωλογικής διεργασίας, που ανέβηκαν στον ακραίο ανθό της εξέλιξης από τους κυνοπίθηκους και τους κολομπίνους, ή όποιο άλλο είδος Πρωτευόντων, εκείνα τα όντα θα ξεθάψουν τις κολόνες των ναών, τις δωρικές ραβδώσεις ή το τεντωμένο γόνατο των Καρυάτι­δων.

Όμοια, όπως από τα ιζηματογενή πετρώματα ανε­βάζουν σήμερα στο φως οι παλαιοντολόγοι τον αρχαιο­πτέρυγα, τους τριλοβίτες και την ευγλήνη.

Η ραχοκοκαλιά του Παρθενώνα θα συναρμολογη­θεί από τα υπολείμματα των λευκών σπονδύλων. Και η φαντασία θα συμπληρώσει τα κενά. Μία μορφή από τη ζωφόρο, ένα τρίγλυφο της μετόπης, εκείνη τη φλέβα από το πίσω σκέλος του ίππου θα τηνε πάρουν για νουκλεϊ­νικό οξύ, ή τριφωσφορική αδενοσίνη. Κάπως έτσι.

Έχουμε μπροστά μας το σκελετό ενός ζώου, που για ελάχιστο χρόνο ηγεμόνεψε επάνω σε τούτο το γαλα­ζοπράσινο πλανήτη, θα συλλογιστούν οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος.

Για πόσο άραγε χρόνο! Εάν υποθέσουμε πως η γη σε κλίμακα σμίκρυνσης έχει ηλικία 365 ημέρες, τότε αυ­τός ο ελάχιστος χρόνος είναι ίσος με τριάμισι λεπτά της ώρας. Στη φυσική κλίμακα της ηλικίας της γης, στα 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια δηλαδή, αυτά τα τριάμισι λεπτά αντιστοιχούν σε τριανταπέντε χιλιάδες χρόνια. Τότε ήταν που εμφανίστηκε ο άνθρωπος του Γκρο-Μανιόν. Ο πρό­γονός μας.

Βέβαια αργότερα θα εξακριβώσουν πως οι κολό­νες που ανέσκαψαν οι Σλήμαν του μέλλοντος δεν ήταν ο σκελετός εκείνου του αρχαίου είδους, αλλά ο εγκέφαλος. Τα δείγματα του γλαυκού στα μάρμαρα, οι δακτύλιοι, τα ορθογώνια των πεντελικών πλακών, τα κιονόκρανα, οι λεοντόμορφες υδρορροές, μ’ ένα λόγο ολόκληρος ο Βρά­χος είναι τα βιοδηλωτικά ίχνη από τους νευρώνες, τις πτυχές και τις σπείρες της κρανιακής κάψας. Όλα κύτ­ταρα νόησης.

- Εδώ, θα ειπεί τότε ο έφορος της αποστολής, ήταν η Ακρόπολη των Αθηνών. Εδώ, πριν εκατομμύρια χρόνια και σε μια εποχή που η πυξίδα του Βορρά έδειχνε τον Πολικό αστέρα, και όχι το Βέγα της Λύρας ή το Στάχυ της Παρθένου που δείχνει σήμερα, απολιθώθηκε ο εγκέ­φαλος ενός αρχαίου είδους Πρωτευόντων που κάποτε εκυριάρχησε στον Πλανήτη. Άκουγε στο όνομα άνθρω­πος. Και ήταν ένα ζώο όρθιο, δίποδο, και πελματοβάμον.

 

 

ΡΕΓΑΛΟ ΓΙΑ ΤΗ ΡΗΓΙΛΛΑ

 

Ίσια μπροστά μας βλέπεις την είσοδο από τη νότια πλευρά. Σε λίγο θα περάσουμε δωρεάν. Χάρη στην ιδέα της Μελίνας που ήταν ελληνική. Γιατί αναπαλαίωσε την αρχαία παράδοση του θεωρικού, που άφηνε τους πολίτες να μπαίνουν ελεύθεροι στα θέατρα της τραγωδίας.

Ακόμη η ιδέα της υπουργίνας είναι πλουτισμένη κομμάτι και με τη φλόγα του Ρήγα. Του Ρήγα που επί­στευε πως ο λαός θα κερδίσει τη λευτεριά, όταν πρώτα αποχτήσει μόρφωση.

Ο Ρήγας ο Βελεστίνος έγραψε βιβλία και θούρια. Και άλλα βιβλία τα μετάφρασε στην ελληνική από τη φω­τισμένη Εσπερία. Ύστερα τα μοίραζε στους σκλαβωμέ­νους έλληνες, όπως στη στρατώνα μοιράζουν στους στρατιώτες τα όπλα.

Η ελευθερία του έθνους, έλεγε, δεν ημπορεί να φυτρώσει απάνου στη δουλεία του πνεύματος. Γι’ αυτό μας άφηκε τη μεγάλη παραίνεση πως η αλήθεια και η φρονιμάδα έχουν γεννήτορα τον ελεύθερο στοχασμό:

Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται σωστά. Τούτος ο λόγος ζυγίζει, όσο ζυγίζει και ένα απόσπασμα του Ηράκλειτου. Ο Ρήγας είναι ο μεγάλος σπορέας, και ο πρώτος Έλληνας. Τον έπνιξαν οι θολές μοναρχίες της Ευρώπης και τα θολά νερά του Δούναβη.

Δεξιά καθώς κοιτάς και κάτω από το βλέμμα σου σκαρφανώνει το Ωδείο του Ηρώδη, του γιου του Αττικού. Οι καμάρες του Σερπετζέ έλεγε ο Μακρυγιάννης τον καιρό του τελευταίου κλεισμού.

Ήσανε τα χρόνια που εδώ στην Ακρόπολη πολέ­μαγε τους λαγουμιτζήδες του Κιουταχή. Και κάτου στο Ανάλατο – να πέρα κει! – ο εγγλέζος άνοιγε το μακρύ λάκκο του Καραϊσκάκη. Τον Καραϊσκάκη τον γίγαντα.

Μια φορά λοιπόν κι ένα καιρό, λέει το παραμύθι, εζούσε στη χώρα της Αθήνας ένας άρχοντας. Ηρώδη τον έλεγαν. Του άρεσε να παιζογελά και να τραγουδεί. Και ήθελε να βλέπει τριγύρα του τις νιές και τους νέους σε χορούς και σε ξεφάντωσες. Ο λαός τον αγαπούσε σαν τη χαρά.

Ο άρχοντας έχτιζε κρήνες, για να πίνουν νερό τα πουλιά και οι διαβάτες. Έχτιζε γιοφύρια και δρόμους για τα κάρα, και πλατέες για το σεργιάνι της Κυριακής. Έχτιζε στάδια για τους αθλητές, και στοές για να περπατούν τα πρωινά οι φιλόσοφοι και οι αστρονόμοι. Και ακόμη αγο­ρές για τις οικοδέσποινες με τις δούλες και τους βαστά­ζους.

Ο Ηρώδης που λες είχε γυναίκα τη Ρήγιλλα. Η Ρή­γιλλα κατά το όνομα το βασιλικό ήταν βασιλική στην εμορφιά και στο διώμα. Κι από κοντά είχε βασιλικούς και τους τρόπους. Όσο αγαπά ο υάκινθος την ευωδία και η νύχτα τ’ αστέρια, τόσο αγαπούσε και ο Ηρώδης τη Ρή­γιλλα.

Μα η Ρήγιλλα αρρώστησε ξαφνικά. Κι ένα δειλινό γιομάτο πυρκαγιές και στα καμπαναριά με τους αγγέ­λους, η Ρήγιλλα πέθανε. Και το χειρότερο εστάθηκε, που μαζί της απέθανε η νιότη και η εμορφιά της.

Απαρηγόρητος ο άρχοντας εσκόρπισε το φούμο στο πρόσωπο, κι εντύθηκε τα μαύρα. Επερικάλεσε να σταματήσουν να παίζουν τα τύμπανα. Και οι τζόβενοι να πάψουν να λαλούν τον ταμπουρά.

Κι εζήτησε να βάψουνε καραμπογιά τα παράθυρα και τις πόρτες του αρχοντικού. Μαύρους τους τοίχους, την οροφή, τα σκεπάσματα, τα σκεύη του δείπνου και τα ποτήρια του κρασιού. Όλα μαύρα.

 

Η ιστορία αυτή με τα μαύρα της λύπης ξαναπαί­χτηκε στον καιρό μας από τον ποιητή Κάλβο. Εκεί στην παγωμένη Σκωτία, και στο παγωμένο γέρμα του βίου του.

Ο Κάλβος για να πενθήσει την ποίηση, είπε και βάψανε στα θλιφτικά όλα τα πράματα του σπιτιού του. Το πανωφόρι, τις πουκαμίσες, τα ποδήματα, τα προσόψια, τις κούπες και τα ποτηράκια του. Όλα μαύρα.

Αχ! Είναι μεγάλος ποιητής ο Ανδρέας Κάλβος. Και το μόνο που δεν ήθελε, μόνο αυτό έπαθε. Να πεθάνει και να τον θάψουνε στην ξένη γης. Στην ξένη γη τα οστά του, και στη λησμονιά τα τραγούδια του. Διπλός καημός.

Ωστόσο χάρη στον Παλαμά και στο Σεφέρη, χάρη στην αληθινή του αξία σωστότερα, ο Κάλβος σήμερα κοι­μάται στη Ζάκυνθο, και οι Ωδές του στη μνήμη μας. Οι στίχοι του

είναι γλυκύς ο θάνατος

μόνον όταν κοιμόμαστε

εις την πατρίδα

λαβαίνουν το αληθινό τους νόημα, όταν περιβληθούν με το φωτοστέφανο της επιβίωσης του ποιητή στην ανθρώ­πινη μνήμη:

είναι γλυκύς ο θάνατος

μόνον όταν κοιμόμαστε

και μας θυμούνται.

Πατρίδα είναι η μνήμη και μνήμη είναι η αθανασία, Μυρ­τάλη.

Ο βαθύτερος καημός κάθε ποιητή είναι να κοιμηθεί σ΄αυτή την άλλη πατρίδα, που υπονοεί ο Κάλβος.

Ο Ηρώδης, λοιπόν, παρόλο που δεν έβρισκε παρη­γοριά και βάλσαμο, έφτασε τότε μόνο να ξεδώκει από το χαμό της Ρήγιλλας, όταν έχτισε στη μνήμη της το Ωδείο που βλέπεις εδώ, στα νοτιοδυτικά της Ακρόπολης.

Ετούτο το δώρο δε μοιάζει με τα δώρα που προ­σφέρουμε στις γυναίκες. Ακόμη κι όταν είναι πολύ ασυ­νήθιστα. Γιατί δε λιώνει, ούτε παλιώνει.

Είναι το ρεγάλο του θανάτου ενός πικραμένου, που σεμνή και επίσημη πέρασε την πρώιμη νεκρή του στην αθανασία.

 

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ  ΚΑΙ  ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

 

Τάχα συλλογίστηκες, Μυρτάλη, ποτέ σου την Ιου­δήθ και τη Λιβία; Εφαντάστηκες την Καρλόττα Κορνταί να σφάζει στο λουτρό το Μαρά; Ή την ωραία αδερφή του Αρκάδιου να οδηγεί το μαχαίρι των τυραννοκτόνων; Και πόσα θα είχαν να σε μάθουν η Τζένη Βεστφάλεν, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η Αλεξάνδρα Κολλοντάϊ, η Κρούσπαγια;

 

Ο Χρουστσόφ, ο διάδοχος του Στάλιν, στη δεκαετία του εξήντα, σε μια στιγμή ρητορικής οργής, απείλησε να εξαφανίσει με τους πυραύλους του την Ακρόπολη στην άβυσσο:

- Είμαι ο άλλος Δίας που με τον κεραυνό του θα καταπο­ντίσει στα Τάρταρα τον Καύκασο. Και τον Προμηθέα του. Μοιάζει σα να μας έλεγε.

Σήμερα, μια γενεά αργότερα, η Ακρόπολη λαβαίνει εκδίκηση. Για κείνη τη φοβέρα που την έσκιαζε τότε.

Η περεστρόικα στη Σοβιετική Ένωση δεν είναι άλλο, παρά η απόπειρα να επιστρέψει η Επανάσταση στη δημοκρατία του Σόλωνα. Και η δημοκρατία του Σό­λωνα είναι το ζωντανό πνεύμα που επικάθεται στα έργα της Ακρόπολης. Αποτύπωση, παράσταση και εικόνα.

Το πολιτικό μήνυμα που αφήνεται να χυθεί στους ορίζοντες και στους αιθέρες από την παρουσία της Ακρόπολης στη γη είναι η δημοκρατία του Σόλωνα.

Προσέχετε! Όχι η δημοκρατία του Περικλή. Η κα­τάσαθρη και η ιμπεριαλιστική, που οδήγησε στον εμφύλιο πόλεμο και στον αφανισμό της αρχαίας Ελλάδας. Αλλά η δημοκρατία του Σόλωνα. Η θαλερή, η τραχεία και η πο­λυδύναμη που δοκιμάστηκε στα Μηδικά. Και μέσα από τη σύγκρουση του μέτρου με την υπερβολή οδήγησε τον άνθρωπο στην ιδέα της νίκης.

 

Επανάσταση ονομάζουμε το ηθικό ηφαίστειο που υπάρχει μέσα στον άνθρωπο και βρίσκεται συνεχώς εν ενεργεία. Σε όσους βέβαια βρίσκεται εν ενεργεία. Γιατί στους περισσότερους είναι σβηστό.

Ας δούμε στα σύντομα πως αυτή η ιδέα της Επα­νάστασης με τη περεστρόικα ξαναγυρίζει στη δημοκρατία του αθηναίου Σόλωνα και στο ζωντανό πνεύμα της Ακρόπολης. Ύστερα από εφτά κύκλους.

 

Ο πρώτος κύκλος της Επανάστασης αρχίζει με τον Ηράκλειτο, το Δημόκριτο και τον Επίκουρο. Τους τρεις μεγάλους έλληνες ιεράρχες ης ζωής και της ύλης.

Ο σκοτεινός Ηράκλειτος εμίλησε για το αιώνιο γί­γνεσθαι των πραγμάτων. Στην ιδέα της εξέλιξης είδε το σφυγμό του θεού και την αναπνοή της φύσης. Μας άφηκε τη γνώμη του για τη διαλεκτική των όντων, για την αρμο­νία των αντιθέσεων, για τον πόλεμο, το Λυτρωτή και το Σωτήρα του σύμπαντος.

Ο Δημόκριτος είναι ο άχραντος της υλικής υφής του κόσμου και ο μυστικός των συμπτώσεων και της τύ­χης. Επερίμενε εικοσιπέντε αιώνες. Τότε τον ανακάλυψε ο Δάλτον και έφερε τα πάνου κάτω στη Φυσική. Όπως ακριβώς άλλο τόσο περίμενε και ο Οιδίπους, ώσπου να τον ανακαλύψει ο Φρόυντ και να φέρει τα πάνου κάτω στην Ψυχολογία.

Σήμερα το Δημόκριτο τον έχουμε ανακηρύξει τρο­φέα του ανθρώπινου γένους και pater patriae universalis. Γιατί ζούμε και είμαστε, χάρη στα προϊόντα του φωτισμέ­νου του νου. Χάρη στην ατομική ενέργεια, τους πυρηνι­κούς αντιδραστήρες, το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο, τα τρανζίστορς, τα ραδιοϊσότοπα και τα πολλά άλλα.

Ο Επίκουρος, απλός σαν το κελάρυσμα των πη­γών και τις εικόνες των βράχων, είναι ο ομόδοξος των αετών και ο δραγάτης των τυράννων. Αυτός εξεσκέπασε τις χειρότερες πανούκλες της ψυχής μας. Ανακάλυψε τα φαντάσματα των θεών, τη λοιμική του ιερατείου, τα σοφίσματα και τις πλάνες του πνευματικού κηφηναριού.

- Αντρειωμένοι μου και μελλοθάνατοι, είναι σα να μας λέει. Χαρείτε το άπειρα ελκυστικό στοιχείο αυτού του άπειρα πικρού κόσμου. Υπερήφανα όμως και μετρημένα. Μέσα στην απλότητα της αλήθειας και τη μοσκοβολιά της ανθρωπιάς. Χαρείτε το πλούτος της φτωχής μας ζωής. Γιατί αύριο η ψυχή μας κάνει πανιά. Η μικρή χαϊδεμένη, η τρυφερή και η παραπονιάρα ψυχή μας, που ξεκορμίζει, ορφανεύει, χάνεται. Όπως χάνεται ο καπνός και ο άνεμος.

Δεν είναι τυχαίο που ο Μαρξ έλαβε για θέμα στη διδακτορική διατριβή του το Δημόκριτο και τον Επίκουρο.

Στον πρώτο κύκλο της Επανάστασης πρέπει ακόμη να λογαριάσεις και τους έλληνες σοφιστές. Ακριβέστερα το καλό κομμάτι της θεωρίας και της φύσης των σοφιστών. Εννοώ εκείνο το στοιχείο που υπάρχει κρυμμένο και μέσα στο μεγάλο τους πολέμιο, τον Πλάτωνα.

Το στοιχείο αυτό είναι η απόλυτη αξία που αναγνώρισαν οι σοφιστές στον άνθρωπο και τον είπανε μέτρο των πραγμάτων. Στην προσπάθειά τους να χτυπήσουν το ανεμογκάστρι του μυαλού μας. Το υπερπέραν δηλαδή, το υπερουράνιο, τους θεούς και όλα τα επίλοιπα σημεία της φαντασίας.

 

Ο δεύτερος κύκλος της Επανάστασης είναι ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός. Από το Λοκ και το Χιουμ και το Βάκωνα ως το Μοντεσκιέ το Ρουσσώ το Ντιντερό και το φραγγέλιο του Βολταίρου.

 

Ο τρίτος κύκλος είναι η γαλλική επανάσταση του 1789. Τα Χριστούγεννα της ανθρωπότητας, όπως είπε ένας σοφός της εποχής.

Στη γαλλική επανάσταση μαζί με τη Βαστίλη εγκρεμίστηκαν στην άβυσσο δεκαπέντε αιώνες, που τους έχτισαν τα σκοτάδια, οι όχεντρες, τα φίμωτρα, το μαύρο αίμα, η αδικία, η απανθρωπίά, ο θρίαμβος της αμάθειας και ο μινώταυρος στοχασμός.

Με μια λέξη οι ανήλιαγοι ναοί και η ιερή εξέταση.

 

Ο τέταρτος κύκλος της Επανάστασης ανοίγεται με τους ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού. Με το Μαρξ και τον Ένγκελς.

Τούτο το δίδυμο έδεσε με μπετόν και με σίδερο το οικοδόμημα της σοσιαλιστικής ουτοπίας του Φουριέ, του Όουεν, το Προυντόν του Μπακούνιν και των άλλων ευγενικών ονειροπόλων.

Και πόσο πικρή εστάθηκε η ζωή του Μαρξ! Εκείνος που θα την διαβάσει και δεν θα δακρύσει, δεν ημπορεί...πίθηκος θά’ ναι ή ιησουίτης.

 

Ο πέμπτος κύκλος της Επανάστασης είναι ο Λένιν. Ο αρχάγγελος πια, και ο πρωτοστάτης για κάθε κοινωνικό ρεμπελιό και ζορμπαλίκι.

Ο Λένιν προχωρεί κρατώντας στο χέρι του μια σιδερένια πυγμή και μια αναμμένη δάδα. Καθώς σκορπίζει τα σκοτάδια της κοινωνικής κτηνωδίας δορυφορείται από τις αγγελικές τάξεις των παλαιών μπολσεβίκων.

Ο Λένιν ήταν καθαρός σαν το κρύσταλλο. Δεν ανεχόταν τον εγωισμό, την κενοδοξία, το φθόνο, τη μοχθηρία, την εκδίκηση, τη μικροπρέπεια.

Εξεκίνησε από τα ψηλά βουνά και τα βάραθρα σα μια σταγόνα καθαρό νερό. Από τα Ουράλια ή το Κάμβριο της γεωλογίας και των παλαιοντολόγων. Και από τον Καύκασο ή το βράχο του πρώτου θεού επαναστάτη. Του έλληνα Προμηθέα.

Από κείνα τα αμίαντα ύψη ο Λένιν ροβολά τον κατήφορο αστερόεντας και καταρραχτικός. Και ογκούται στιγμή τη στιγμή. Μέσα σε εικοσιπέντε χρόνια γίνεται Βόλγας και Δνείπερος και Δον και Μαύρη Θάλασσα. Γίνεται η νέα Ερυθρά Θάλασσα που θα καταποντίσει τους τσάρους και όλες τις Ρωσίες τους.

Ο Λένιν είναι ο ακόλουθος στα επαναστατικά βήματα του Προμηθέα. Μεταβίβασε τη σκυτάλη της Επανάστασης από τους θεούς στους ανθρώπους. Και τη Μυθολογία την έκαμε Ιστορία.

 

Ο έκτος κύκλος της Επανάστασης είναι το σταλινικό φαινόμενο. Ποιος είναι ο ρόλος του Στάλιν στη σοσιαλιστική επανάσταση; Εδώ οφείλει να διαλογιστεί κανείς στα μικρά παράλογα, για να μην κάνει τα μεγάλα λάθη.

Παίρνω την εκδοχή ότι χωρίς το Στάλιν η επανάσταση του Οχτώβρη θα κατέρρεε. Όχι, γιατί δεν υπάρχουν μέθοδες σκληρότητας λιγότερο απάνθρωπες. Αλλά γιατί το έργο του Λένιν και των παλαιών μπολσεβίκων ήταν τόσο κοσμογονικό, ώστε να αξιώσει νομοτελειακά έναν ισοδύναμα εξαιρετικό φόρο θυσιών και τρόμου. Αυτός ο νόμος της φύσης στην περίπτωση του έκτου κύκλου μεταφράζεται σαν η Αναγκαιότητα της τρομοκρατίας του Στάλιν.

Η θέση αυτή δεν επαινεί μονοσήμαντα τον Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν. Αντίθετα ορθώνει ένα αιώνιο μνημείο λύπης, απορίας και τρυφερής θύμησης για τα αγνά θύματα της τρομοκρατίας του Στάλιν.

Για το Μπουχάριν, τον Τόμσκι, το Σερεμπριακόφ. Για τον Κουϊμπίτσεφ, τον Κίρωφ, το Ρίκοφ, το Σαπρόνοφ. Για το Ζηνόβιεφ, το Ρουτζοντάκ, τον Κάμενεφ, τον Τουχατσέφσκι. Για το Σοκόλνικοφ, το Ραζιάνοφ, το Λάσεβιτς. Για τον Κόροτκοφ, το Ράντεκ, τον Τσουμπάρ. Για τον Πρεομπραζένσκι, τον Πιατακόφ, το Ρακόβσκι. Για το δαιμονικό Λέοντα Νταβίντοβιτς Τρότσκι και τον αδρό Γριγόρι Κονσταντίνοβιτς Ορτζονικίτζε.

Τούτο, και τόσο, το προσκλητήριο των νεκρών και των απόντων από την ελληνική σάλπιγγα.

Μέσα στην ιστορία ο Στάλιν είναι ο μεγάλος δήμιος. Σέρνει όμως μαζί του το δίκιο και την ανάγκη. Γιατί ύψωσε το επιβλητικότερο έργο. Επροστάτεψε το φύτρο της επανάστασης από το αφάνισμα που του ετοίμαζαν σεισμοί και καταποντισμοί, λοιμοί και λιμοί, κατακλυσμοί και τυφώνες.

Στο Στάλιν βλέπω τη διαταγή του Αλέξανδρου να κατασκαφθούν οι Θήβες, για να ξεκινήσουν οι Μακεδόνες. Και μετά την άλωση της Τύρου, βλέπω τη βλοσυρή του βούληση να μη μείνει δημογέροντας και μικρό παιδί άσφαχτο. Για να προχωρήσουν οι μακεδόνες.

Στο Στάλιν βλέπω τις λεγεώνες των νεκρών, που αραδαριά τις έστησε μαύρα μνημεία  Ιούλιος Καίσαρ. Στην Ισπανία, στο Νωρικό, στη Γαλατία, στη Ναρβωνίτιδα, στις Γερμανίες, στη Βελγική. Για να κάνει Ευρώπη τις τρώγλες και τη βαρβαριά ιστορία. Και να ιδρύσει, μετά την κύηση του σκοτεινού Μεσαίωνα, τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Ο Στάλιν είναι οι εκατοντάδες χιλιάδες τα πτώματα, που έσπειρε ο Ναπολέων, από το Μποροντίνο ως τις πυραμίδες του Νείλου και ως τις θάλασσες του Νέλσωνα, για να ιδρύσει την Ενωμένη Ευρώπη. Ο Βοναπάρτης στον καιρό του ήταν το θηρίο και το τέρας. Σήμερα μας φαίνεται ο μακραγναντευτής και ο πρώιμος καρπός.

Και να μην λησμονούμε πως το Στάλιν τον εγέννησε η σοσιαλιστική επανάσταση των Ρώσων, όπως το Ναπολέοντα τον εγέννησε η αστική επανάσταση των Γάλλων.

Η ιστορία, σύντροφοι, πάντα επροχώρησε με την κραυγή της γέννας και με ποτάμι τα αίματα.

Ο Στάλιν είναι η τρομάρα που σκόρπισε ο Ιβάν ο Τρομερός. Για να σμιλέψει σε κράτος την αγωνία και το χάος από τη Ρίγα της Βαλτικής ως τον Λένα και τη Σαχαλίνη.

Ο Στάλιν, το λέει και το ψευδώνυμο, είναι το μπετόν αρμέ της επανάστασης. Είναι ο φέροντας σκελετός του κτηρίου, που σαν γιαπί φαίνεται βέβαια άσχημο. Γιατί δεν έχει ακόμη την ορθομαρμάρωση, τις παραστάδες, τη γραφή των τοίχων με τους μαιάνδρους, τα μυθικά θέματα και τα ποικίλα άνθη.

Ο Στάλιν είναι η οργή στη βούληση. Είναι η ξερή λάμψη του μυαλού. Στο μυϊκό σύστημα και στα κόκαλα είναι ό,τι η πυγμή του πύκτη και ό,τι το σφίξιμο του παλαιστή.

Ο Στάλιν ενσαρκώνει τη φιλοσοφία της αναγκαιότητας του κακού στη φύση και στην ιστορία. Είναι η πειραματική απόδειξη στην πρόταση του Τόμας Μαν πως όλα τα μεγάλα έργα του ανθρώπου τα δημιούργησε ο διάβολος.

Ο Στάλιν είναι η καθαγίαση και η ευλογία του μηδενός στην οντολογική του φύση και ουσία.

Η δράση του Στάλιν μοιάζει με τη γεύση της αττικής τραγωδίας που γεννήθηκε μαζί με τη δημοκρατία του Σόλωνα. Σημάδι πως την κοινωνική υγεία είναι ανάγκη να την προλαβαίνει και να τη διακονεί το δύσκολο και το λυπηρό.

Το επεισόδιο λέει πως μια μέρα ο Σόλων, λίγο προτού πεθάνει, φοβέρισε με το μπαστούνι του το Θέσπι, επειδή έφερε στους Αθηναίους την αττική τραγωδία. Αυτή η ιστορία ξαναπαίζεται στα τελευταία κείμενα του Λένιν. Άρρωστος πια, και σε απόσταση βολής από το θάνατο, ο Βλαδήμιρος Ίλιτς ορμηνεύει τους συντρόφους να κρατήσουν το Στάλιν μακριά από την αρχηγία του κόμματος.

Αλλά ποιος έφτανε πια να σταματήσει τον Αισχύλο. Τώρα που είχε πολεμήσει στο Μαραθώνα και στον Άρειο Πάγο της Ορέστειας. Και ποιος έφτανε να σταματήσει το Στάλιν. Όταν πια πολέμησε στη βαριά βιομηχανία της Σοβιετικής Ένωσης και στο Τσαρίτσιν;

Ο Στάλιν είναι η ύαινα Ανάγκη. Είναι η Ερινύα που δε μας αφήνει να κοιμηθούμε, για να μη μας πάρουν για πεθαμένους οι σκύλοι. Στα περιβόλια και στα χτήματά μας είναι τα Σιδερένια και το Αγκαθινό.

Ο Στάλιν είναι ο πρωτομάστορας της Άρτας που έχτισε την έμορφη γυναίκα του στις καμάρες του γιοφυριού, για να στοιχειώσει το πέρασμα της επανάστασης. Η Ναντέζντα Αλληλούγεβα αυτοκτόνησε το 1932. και μαζί της έχτισε όλους τους παλιούς μπολσεβίκους. Και πολλά ορφανά, διαβάτες και χήρες.

Σήμερα η κόρη του, μικρή Αντιγόνη, παίρνει το Στάλιν από το χέρι και τον περπατάει στις στράτες του κόσμου. Με τα Ωσαννά και με τα Αλληλούια. Τυφλός Οιδίπους και κατάρατος τραβά το δρομί της εξορίας του. Οδοιπόρος στην αδιάλλακτη στέπα του σκληρού του έργου.

Κάποτε θα φτάσει στο αηδονοτόπι του δικού του Κολωνού. Και όπως ο παλαιός Οιδίποδας, εκείνος ο δικαιωμένος στερνά και ο αγνός, θα αναληφτεί στη μνήμη των ανθρώπων.

Αυτός ο χωρικός των πρωινών.

 

Ο έβδομος κύκλος είναι η περεστρόικα. Η στροφή δηλαδή στην ανασύνταξη των δυνάμεων της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Η περεστρόικα είναι η νομοτελειακή στιγμή υπέρβασης της σταλινικής ανάγκης.

Αρκεί η δοκιμασία. Ο φόβος, η στέρηση, η σιωπή, το αδιαφανές παραπέτασμα και τα τείχη. Αρκούν και φτάνουν. Για να μη φτάσει ο άνθρωπος, που γεννήθηκε από την επανάσταση του Λένιν, να καταντήσει στην ανεξαίρετη παράκρουση. Να μη γίνει το σοσιαλιστικό εργοτάξιο ομαδικό φρενοκομείο.

Από την άλλη μεριά η περεστρόικα σημαίνει πως τώρα έρχεται ο καιρός της ανταμοιβής. Εκείνοι που πλήρωσαν, που επένδυσαν, που ετόκισαν, που δουλέψανε αμισθί δύο γενεές, που κατάθεσαν απανωτά στην τράπεζα του Μέλλοντος, που με ρείθρα αιμάτων και τάφους ανοιχτούς προστάτεψαν το φύτρο της επανάστασης, έρχεται τώρα η ώρα τους να καζαντίσουν.

Έρχεται δηλαδή ο καιρός να χαρούν το κόπια τους οικοδομώντας τον υγιή σοσιαλισμό. Επιστρέφοντας δηλαδή σε μια μορφή αυστηρής δημοκρατίας τύπου Σόλωνος.

Έτσι θα απολάψουν τα αγαθά του κόσμου ταπεινότερα και λιτά, δίκαια όμως και φιλοσοφημένα. Χωρίς η ελεύθερη ζωή και η ελεύθερη οικονομία να τους οδηγεί στο αδιέξοδο του πολέμου.

Γιατί αυτό είναι το θανάσιμο στίγμα των καπιταλιστικών κοινωνιών. Να οδηγούν το όχημα της ιστορίας με τις σιδερένιες ερπύστριες του πολέμου. Να προσφέρουν στον άνθρωπο μια σύντομη περίοδο ευφορίας άνεσης και λάμψης. Και ύστερα τον υποχρεώνουν να πληρώσει αυτή τη σπατάλη με οργή και με θάνατο.

Στο καπιταλιστικό σύστημα μετά το φαγοπότι και τη γενναία κρεοφαγία, οι συνδαιτυμόνες οφείλουν να γίνουν με τη σειρά τους κρέας για τα κανόνια τους.Αλλά όχι μόνον αυτοί. Μα και οι υπερέτες, οι κουβαλητές, τα παράσιτα, οι περίοικοι, οι ζητιάνοι, οι αντιρρησίες, και οι λίγοι ενάρετοι. Προπαντός αυτοί.

Από τη άλλη πλευρά το σωτήριο στίγμα των σοσιαλιστικών κοινωνιών είναι να οδηγούν το όχημα της ιστορίας επάνω στους ξύλινους τροχούς της καλόκυκλης ειρήνης.

Να προσφέρουν στον άνθρωπο μια βέβαιη πορεία, που κλείνει μέσα της την κοσμιότητα την πειθαρχία και την ανάγκη. Μια πορεία που να μην οδηγεί στο αδιέξοδο της πορείας των καπιταλιστικών κοινωνιών, και στο φονικό εργαλείο που την υπερβαίνει. Δηλαδή τον πόλεμο.

Από δω ένας έκφυλος νυχτόβιος. Με το όπιο, τις λίρες και τα γραμμάτια. Από κει ο χαρωπός τραγουδιστής. Με τ κρασί, τη λύρα και τα γράμματα.

Το ακραίο σημείο της θεωρίας του Μαρξ, που δεν το κατανοήσαμε ακόμη όσο πρέπει, δεν είναι η ισοκατανομή των αγαθών. Ούτε η θεωρία της υπεραξίας, ούτε η πνευματική δικαιοσύνη, ούτε οι αταξικές κοινωνίες.

Το μεγαλώνυμο σημείο, που διαισθάνθηκε ο γιγάντιος νους του Μαρξ, είναι πως εισηγήθηκε ένα κοινωνικό μοντέλο που να αποκλείει τον πόλεμο.

Τ σημαίνει αυτό, το καταλαβαίνουμε σήμερα, όταν συλλογιστούμε εξήνταδυο

Χρόνους μετά το θάνατο του Μαρξ η επιστήμη οδήγησε την ιστορία στο σημείο, που ένας πόλεμος πια ισοδυναμεί με τον εξαφανισμό του ανθρώπου από τον πλανήτη που κατοικεί. Εννοείτε που εννοώ την όγδοη Αυγούστου του 1945.

Τα πράγματα είναι σταράτα, όσο μια εγκάρδια χειραψία. Σχετικά με τον πόλεμο η θεωρία του Μαρξ αποναρκοθετεί το παρόν και απομαγνητίζει το μέλλον του ανθρώπου.

 

Με την περεστρόικα ο Γκορμπατσόφ γυρίζει τη ματιά του στη Δύση και της λέει:

- Καιρός να μας δώσετε, εκείνο που μας πήρατε. Το ψωμί δηλαδή και τη λευτεριά μας. Γιατί εμείς εκάμαμε την επανάσταση, αλλά εσείς καρπωθήκατε τα αγαθά της. Εμείς εσκάψαμε και κλαδέψαμε, που λέει μια ελληνική παροιμία, αλλά εσείς ήπιατε και μεθύσατε.

- Ο φόβος που σκορπίσαμε στην ψυχή σας, με τη φωτιά που ανάψαμε στη Ρωσία των δουλοπάροικων και των τσάρων, σας ανάγκασε να γίνετε προσεχτικοί!

- Για να μην πάθετε τα ίδια εδώσατε περισσότερα κόκαλα στο προλεταριάτο και την κουρελαρία. Εστρογγύλεψε η κοιλίτσα τους και πάψανε να αλυχτούν. Ήτανε φυσικό, γιατί σας ήταν ακίνδυνο να αφήσετε να λασκάρει η μέγκενη στο μυαλό τους και να ξεφιμωθεί η γλώσσα τους. Μ’ ένα σμπάρο δύο τρυγόνια.

- Τα απόνερα της τρικυμίας που σήκωσε η τρίαινα του Λένιν και των μπολσεβίκων σας έσπρωξαν να γίνετε φαινομενικά ανθρωπινότεροι. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως στο εγγύς ή στο απώτερο μέλλον του ανθρώπου, με τα συστήματά σας δεν ετοιμάζετε το φριχτότερο σφαγείο που θα γνωρίσει η γης.

Ύστερα στρέφεται στον πολύπαθο λαό του και του ψιθυρίζει σιγά:

-Περνώντας από τη φωτιά και τη θάλασσα ήρθε η ώρα να μάθουμε πως εικοσιπέντε αιώνες Επανάστασης, από το δακρυσμένο Ηράκλειτο ως το μονήρη Στάλιν, ξαναγυρίζουν το ρέμα της στη δημοκρατία του αθηναίου Σόλωνα. Στο αρχέτυπο των πολιτευμάτων και στον υπογραμμό των κοινωνιών.

- Η οδηγία του Σόλωνα, το γνήσιο δηλαδή πνεύμα της Επανάστασης, είναι να πολεμάς το κακό, το ηθικό κακό ή malum morale καθώς λένε οι σοφοί και οι γραφιάδες, όχι μόνο στους άλλους αλλά και στον ίδιο τον εαυτό σου. Παράλληλα, ταυτόχρονα και ισοδύναμα. Όσο δεν συλλογίζεσαι ότι έχεις το μερίδιο της προσωπικής σου ευθύνης, παντού όπου συναντάς το κακό, τόσο πιο ανεύθυνος γίνεσαι. Και πιο αποκλειστικά ένοχος.

- Επανάσταση σημαίνει ότι κάθε στιγμή πρέπει να στέκεσαι άγρυπνος, για να πατάς στο κεφάλι το μέσα σου δράκοντα. Εκείνη την πλεχταριά των φιδιών από την αμάθεια και τα πάθη σου, που χωρίς να κουράζεται πασχίζει ακατάπαυστα να ρίχνει τη λευτεριά σου στα δεσμά και στα σίδερα.

- Επανάσταση θα πει συναγερμός, και γρηγορείτε, και κατάσταση έκτακτης ανάγκης επ’ άπειρον. Μόνον όταν την υπηρετείς έτσι, και είσαι στη συνέχεια στη γραμμή των πρόσω, δεν θα συναντήσεις μπροστά σου τους Λαιστρυγόνες της αντίδρασης:

Ούτε το Νικόλαο Β΄ Ρομανόφ, τον τσάρο Δήμιο και τον τσάρο Λιμό, ούτε τον άθλιο καλόγερο Ρασπούτιν με την «ουράνια αίθουσα» και τα «φρόντιζε ηγαπητέ μου» στους υπουργούς, ούτε την τσαρίνα και τον τσάρεβιτς, ούτε τον πρωθυπουργό Στολύπιν το ναύαρχο Κολτσάκ ή το στρατηγό Κορνίλοφ.

- Κι αν χρειάζεται περισσότερο δεν θα συναντήσεις ποτέ σου Σιβηρία και Αρχιπέλαγος Γκούλακ. Την τραγική μέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς και τη γλοιώδη μέρα του Ντενίς Ιβάνοβιτς.

Και ο Γκορμπατσόφ αποσώνει έτσι την αποστροφή στο λαό του:

- Η δημοκρατία του Αθηναίου Σόλωνα, σύντροφοι, χάλκεψε πολίτες, που ο καθένας τους ήταν κι ένας μικρός νομοθέτης. Για τον εαυτό του και για τους άλλους. Σηκώστε το βλέμμα σας στην Ακρόπολη και θα ιδείτε τη δημοκρατία εκείνη τυπωμένη στην πέτρα.

 

 

ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ

Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τοπ’ Άγγλου! Πέλαγο μέγ’, αλίμονον! Βαρεί το καλυβάκι.

Σολωμός

 

 

Τι θα ’λεγες λοιπόν ότι δηλώνει το πολύ του Παρθενώνα για την Ακρόπολη, και πιο πλατιά για την ελληνική τέχνη;

Ο Παρθενώνας, Μυρτάλη, είναι η αυγούλα της δροσιάς. Είναι η στιγμή της στιγμής, και τα ματόκλαδα στα μεσάνυχτα του παιδικού ύπνου. Παρασταίνει την κορφή στα όρη και τους αετούς στα φτερά. Το τραγούδι του λαού μας θα τον έκραινε, όπως κραίνει τη λεβεντιά που χαμηλώνει τα νιάτα:

Μια φορά είν’ η λεβεντιά και δυο και τρεις τα νιάτα.

Μια φορά περπάτησα κι εγώ με τα κορίτσια.

Κι ήταν βασιλικός μπαξές.

Γιατί λέμε Παρθενώνας από το παρθένος. Όπως λέμε από το υμένας υμέναιος.

Το βρίσκει κανείς σημαδιακό να υπάρχει η Παρθένος στη χριστιανική θρησκεία, όπως υπάρχει ο Παρθενώνας στην κλασική Ελλάδα. Ωστόσο η Αθηνά των ελλήνων έμεινε παρθένος, γιατί δε γέννησε. Σε αντίθεση με τη Μαρία των εβραίων, που οι χριστιανοί τηνε κράτησαν παρθένο παρότι γέννησε.

Οι έλληνες τονε σεβάστηκαν το νόμο της φύσης. Εκεί που οι εβραίοι τον πατήσανε. Και τούτο είναι το στοιχείο που φανερώνει τη διαφορά. Η ζωή και η θεωρία των ελλήνων θεμελιώθηκε απάνου στο φυσικό. Οι εβραίοι αντίθετα χτίσανε στο αφύσικο. Ο πόρος των ελλήνων δεν είναι άπορος. Ο τόπος όμως των εβραίων είναι η ουτοπία.

Ο Παρθενώνας είναι το δοκίμιο και το μαρτυρίκι για το θάλος της ζωής στη φύση και του στοχασμού στον άνθρωπο.

Εμείς προσπερνάμε σήμερα, και θα φύγουμε ταχιά. Είμαστε τα άτομα, που ένα – ένα κλείνει τη σειρά κατά το δίκαιο και την ανάγκη. Οι γενεές όμως που έρχουνται, μας διαδέχουνται χωρίς σταματημό. Και το σοφό σχέδιο της ζωής αυτές είναι που λογαριάζει. Γιατί οι νέες γενεές έχουν τη λάμψη στα μάτια και στο αίμα την άνοιξη. Έχουν το ειδικό δικαίωμα στο μέλλον. Η Γκρέτα Γκάρμπο γρια δεν εζύγιζε μπροστά σε μια ασήμαντη νεαρή θεατρίνα.

Ο Παρθενώνας και το όνομά του συμβολίζουν αυτή την παρατήρηση που έκαμαν οι έλληνες για το αδιάλειπτα καινούργιο. Μέσα στο σχήμα της ακατάλυτης ανάσας του ναού σκηνώνει η νεότητα που δεν έχει τέλος.

Ότι έχτισαν τον Παρθενώνα οι Καλλικράτης και ο Ικτίνος έχει το νόημα πως απάνου στην πέτρα χαράξανε την παλιά πρόταση που είπαν οι ιερείς της Σάϊδας στο Σόλωνα: έλληνες αεί παίδες έστε, γέρων δε έλλην ουκ έστιν.

Έτσι βλέπει κανείς το ναό της Αθηνάς και έτσι τον συλλογίζεται. Πιάνεις στο στόμα τη λέξη Παρθενώνας και καταλαβαίνουμε πως έχεις στο νου την Ελλάδα. Γιατί ο Παρθενώνας είναι η καρδιά και το DNA της Ελλάδας˙ είναι ο αριθμός ταυτότητας και τα δαχτυλικά αποτυπώματα της Ελλάδας˙ είναι το ποιό της φωνής και το χρώμα οφθαλμών της Ελλάδας.

Ο Παρθενώνας θεμελιώνει το Απαράβλητο στα έργα των ελλήνων. Στέκεται καταμεσής του Βράχου και λαλεί τη διάκριση της Ελλάδας και του καιρού της από τους άλλους τόπους και τους άλλους πολιτισμούς.

 

Εξήντα εφτά γενεές ελλήνων ο Παρθενώνας έμεινε άβλαβος. Αγνάντευε τα νερά του Φαλήρου δύο χιλιάδες διακόσιους είκοσι χρόνους. Και είδε τη σελήνη να γίνεται πανσέληνος είκοσι οχτώ χιλιάδες οχτακόσιες ογδόντα φορές.

Όλους αυτούς τους κύκλους, στυλός στο στυλοβάτη, εγνώρισε πολλά.

Είδε τους βυθίνους και τους γενουάτες. Τους σαγγιτάριους, τις οθωμανικές καμήλες, τους πειρατές με το απελατίκι. Είδε το Σύλλα και τον Άρπαλο, τον Εβραίο Παύλο να ρητορεύει με υψωμένο χέρι, τον πρίγκιπα Γερμανικό που πήγε στην Ασία θρίαμβος και γύρισε στη Ρώμη τέφρα στη λήκυθο.

Είδε τους σταυροφόρους και την ιερή διακονιαριά. Το στρατηγό Δαφνομήλη όντες επέρασε την Κοφτή Πέτρα. Είδε τους τελευταίους σχολάρχες να παίρνουν το δρόμο για την Περσία και τον άγριο Βουλγαροκτόνο με το ένα μάτι.

Άκουσε τη βουή των σεισμών, πάλεψε τους Αέρηδες, τα δαιμονικά. Τις άγριες νύχτες οι κεραυνοί γύμνωσαν τα γλυπτά του στα αετώματα και στις μετόπες ανάμεσα σε σπασμούς φωτός. Οι κεραυνοί που πέφτουν στην επιφάνεια της γης εκατό στο δευτερόλεπτο.

(Νύχτα και μέρα, χειμώνα καλοκαίρι, αιώνες αιώνων, τώρα εδώ και ύστερα εκεί, οι κεραυνοί αγγρίζουν τη γης λεηλατώντας το σώμα της εκατό σε κάθε δευτερόλεπτο. Είναι το αντρειωμένο ερωτικό σμίξιμο του ουρανού και της γης, που το νόημά του σώθηκε στο μύθο των ελλήνων πως ο Δίας, ο θεός του κεραυνού, κατέβαινε στη γης και έσμιγε με τις έμορφες θνητές).

Δέχτηκε προσκυνητές, εικονοκλάστες, γότθους, σκυλόσιτους, φλάρους, μουφτήδες, καλικάντζαρους. Προσπέρασαν από μπροστά του και διάβηκαν πολίτες και πολιτάρχες, εταίρες και πολιτικές, κήρυκες, σπαχήδες, ιερωμένοι και αγκιτάτορες. Είδε στρατούς και λαούς, τούρμες και δρούγγες, καράβια και άρματα.

Και από την άλλη καρτέρεσε με  προσμονή και με καραδοκία να ανεβαίνουν από τον Υμηττό οι Αυγές και οι Όρθοι. Η γλαύκα της Αθηνάς τού ’φερνε ταχτικά το λυκόφως και το σκοτάδι. Και είπε την καληνύχτα στον αστέρα Αρκτούρο μυριάδες φορές. Όταν τον Οχτώβρη εννιά η ώρα το βράδυ τον έβλεπε να βασιλεύει πίσω από τα Γεράνια όρη. Έτσι, όπως μια ώρα θα βασιλέψεις κι εσύ κι εγώ πίσω από την τελευταία μας λέξη. Ποια νά ’ναι άραγε, Μυρτάλη!

 

Ο Παρθενώνας με γύρω τα χορευτικά βουνά και πάνω του την αποθέωση των αττικών μετεώρων πρόσεχε να φυλάγει στο χρόνο τη θέση του παντοτινός και γεωμέτρης.

Τα σαρανταέξι του πέλματα υποβάσταζαν χαρούμενα τους πεντακόσιους πέντε μαρμάρινους σπονδύλους. Με το κρουστό του παράστημα στα δεκαεφτά επί έξι, ή στα δεκαπέντε επί οχτώ στεκόταν εκεί όρθιος, αρτιμελής, ηνίοχος και θαλασσοθεάμων.

Ώσπου, σ’ ένα σύνορο του χρόνου που η άνοιξη κατάργησε την ευωδιά του δυάσμου και ο άνθρωπος έπεσε στη μεγάλη ακηδία, φράγκοι και τούρκοι τονε τινάξανε στον αέρα. Ήτανε στα 1687 χρόνια.

Εκείνο το χαλασμό του ναού στα κρημνά των υψωμάτων τον φαντάζομαι όπως οι αστροφυσικοί βλέπουν σήμερα την έκρηξη ενός υπερκαινοφανούς αστέρα στο σύμπαν. Ξέρεις από σουπερνόβες;

Οι σουπερνόβες, Μυρτάλη, είναι αστέρες που τη στιγμή που πεθαίνουν τινάζουν στα χάη τόση λάμψη, όση ακτινοβολία εκπέμπουν την ίδια στιγμή όλοι οι αστέρες του γαλαξία μας μαζί. Δηλαδή διακόσια δισεκατομμύρια ηλιακές μάζες.

Όταν ο σερασκέρης πασάς Ισμαήλ και ο αρχιστράτηγος δόγης Μοροζίνης ανατίναξαν τον Παρθενώνα, το σώμα του σκόρπισε σε μια άβυσσο από σκλήθρες φως. Ήτανε τόσο το φως, που το στερέωμα της ιστορίας του ανθρώπου τυφλώθηκε.

Εκείνη την ώρα οι αστρονόμοι και οι τηλεθεάμονες από κάποια μακρινά σημεία του σύμπαντος θα είδαν στον ουρανό μια λάμψη ανάλογη με τη λάμψη που είδαν οι κινέζοι αστρολόγοι στην πρώτη ιστορικά καταγραμμένη έκρηξη υπερκαινοφανούς που έγινε στα 1054 μ.

«Οβίδα θαματουργή» ανατίναξε τον Παρθενώνα! Έτσι ανάγγειλε στα Συμβούλιο της Βενετίας τη βολή που ξεκοίλιασε το ναό ο Μοροζίνης.

 

Το φανερό κακό που φράγκοι και τούρκοι κάμανε στον Παρθενώνα είναι το σύμβολο και το σημάδι για το κρυφό κακό που πάντα τους φράγκοι και τούρκοι κάμανε στην Ελλάδα. Το πράγμα ανάποδα και ζαβό έχει την ιστορία του.

Πρώτη ενοχή μετρώ τη μικρή άλωση της Πόλης πριν τη μεγάλη. Την έκαμαν οι φράγκοι στα 1204. Εν ονόματι του Χριστού και των Αγίων Τόπων διαγούμισαν την Πόλη και την έριξαν στα σίδερα πενηνταεφτά χρόνους. Όπως αργότερα οι τούρκοι εν ονόματι του Αλλάχ και της Ιερής Μέκκας την αφάνισαν για πάντα.

Δεύτερο κακό είναι οι Σύνοδες Φερράρας και Φλωρεντίας που έγιναν στα 1438 και στα 1439, για την πνευματική τάχα ένωση πάπα και πατριάρχη. Τότε ο φράγκος στο κρυφό υπονόμεψε την Ελλάδα, όπως ο τούρκος στο φανερό αφάνισε την Πόλη δεκαπέντε χρόνους αργότερα. Ένας ο πόλεμος και δύο τα όπλα. Κάποιοι ευαίσθητοι έλληνες είδαν το πράγμα. Και το κατάθεσαν στη θρυλική πρόταση: προτιμώ το τουρκικό φακιόλι από την παπική τιάρα.

Τρίτη είναι η στάση των φράγκων στο μεγάλο Σηκωμό του γένους. Υστερόβουλοι, διπλομμάτες και πισωμμάτες, δύσπιστοι, αναγυριστικοί. «Διοτελείς» θα ’λεγε ο άγιος Μακρυγιάννης. Οι φράγκοι είναι κείνοι που στο τέλος κατάφεραν να ξεκάμουν τον Καραϊσκάκη. Ο Καραϊσκάκης, που έμελλε να σταθεί ο Λυτρωτής του τέλους όπως ο Κολοκοτρώνης στάθηκε ο Λυτρωτής της αρχής του αγώνα, έπεσε θύμα της ίντριγκας των φράγκων.

Γιατί ο Καραϊσκάκης, αν οι εγγλέζοι τον άφηναν να ζήσει, είναι σίγουρο πως θα φύλαγε για το Δράμαλη στο Άργος ο Κολοκοτρώνης. Αν αργότερα οι Μεγάλες Δυνάμεις βουλιάξανε στο Ναυαρίνο την αγαρηνή αρμάδα, δεν τό ’καμαν για να βοηθήσουν την Ελλάδα. Το ’καμαν από λάθος, από συγκυρία, από ανταγωνισμό, και για το δικό τους νιτερέσο. Και έγινε γιατί ο θεός της Ελλάδας τη φύλαξε. Το Ναυαρίνο ήταν ο τόπος που η Δίκη τιμώρησε για το Μισολόγγι και το Ανάλατο. Εκεί ο ταύρος πιάστηκε από τα κέρατα. Το ένα του πόδι στο Μισολόγγι, το άλλο στο Ανάλατο, και στο Νιόκαστρο γονάτισε με αφρούς στο στόμα και τη γλώσσα δαγκωμένη. Γνωρίζεις, Μυρτάλη, ότι το ναύαρχο Κόρδικτον που νίκησε στο Ναυαρίνο οι πατριώτες του τον τιμώρησαν, και το στρατηγό Κόχραν που νικήθηκε στο Ανάλατο τον στεφανώσανε στην Αγορά; Ο Σολωμός τον καιρό του μεγάλου Σηκωμού είδε καθαρά ότι ο φράγκος δεν έστεργε να βοηθήσει την Ελλάδα. Εκείνο το

Μοναχή το δρόμο επήρες,

Εξανάλθες μοναχή,

δεν είναι η απλή διπλωματική εκτίμηση της κατάστασης από το Σολωμό. Είναι η καθαρή όραση της ελληνικής Ειμαρμένης από έναν φωτισμένο. Και περικλείνει βαθιά τη γνώση για την ελληνική Μοναχικότητα, που μέχρι τα σήμερα δεν εννοούμε να κατανοήσουμε. Οι στίχοι

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

Των Ελλήνων τα ιερά

βοούν μέσα στο ελληνικό πάντα πως ότι είναι να κάνουμε, θα το κάνουμε μόνοι μας. Ούτε φράγκος ούτε ρούσος. Ούτε λάπωνας ούτε βουσμάνος. Μόνε ο έλληνας μόνος, και μόνο μόνος. «Εφτά χιλιάδες ήσαν, κι εγώ αμοναχός», που έλεγε κι ο Διγενής.

Τέταρτος είναι ο ολέθριος ρόλος των φράγκων στον καταποντισμό της ελληνικής Ιωνίας στα 1922. Μίλητος, Έφεσος, Σμύρνα, Κλαζομενές.Τριάντα αιώνες Ελλάδα καθαρή σαν τη σταγόνα στα βουνά και το δάκρυ στα μάτια. Και ο φράγκος την επιδίκασε στον τούρκο με συνθήκες σιδερένιες.

 

Τώρα λοιπόν καταλαβαίνεις γιατί τον Παρθενώνα, που λογαριάζεται το αχνάρι του χρόνου της Ελλάδας απάνου στον πλανήτη, απάνου στο ηλιακό σύστημα, μα τι λέω; απάνου στον ίδιο το γαλαξία μας! δεν ημπορούσε να τον χαλάσει άλλος, παρά ο τούρκος και ο φράγκος ομάδι.

Ο πρώτος από συμφέρο, από απληστία και πείνα, και από σοβινιστική ορνιθοτυφλιά. Ο δεύτερος από το αχάριστο συναίσθημα του ευεργετημένου στον ευεργέτη του. Γιατί ο πολιτισμός της Φραγκιάς έχει θέμελο και φως του την κλασική Ελλάδα.

Αχ! Μυρτάλη. Πάλι η παλιά ιστορία για το παγωμένο φίδι και τον κόρφο που το ζέστανε.

 

 

ΝΤΑΛΙΑΝΑ

 

Ε τούτο είναι το Ερέχθειο. Το κομψό αρχιτεκτό­νημα της Ακρόπολης. Έλα, στάσου εδώ, αντίκρυ στον εαυτό σου, και μελέτα τις Καρυάτιδες. Οι Καρυάτιδες είναι οι κόρες που πηγαίνουν στο ίδιο σχολείο με την άνοιξη, με τον Αυγερινό, και με τ’ αηδόνια στα ρέματα.

Πρόσεχε την ένταση που έχει το τεντωμένο γόνατο και το στήθος τους. Την ένταση με την αρχιτεκτονική έν­νοια, που έλεγε ο Σεφέρης. Ο μακαρίτης Σεφέρης, καθώς ξεκουράζεται τώρα στα Νησιά των Μακάρων.

Ύστερα έλα σιμά μου να διαλογιστούμε λιγάκι απάνου στη βαριά μοίρα των ανθρώπων. Το πεπρωμένο μας είναι μια δυνατότητα που μένει πάντα ανοιχτή. Είναι μια σύναξη ελευθερίας στην τραγική της έννοια.

Μέσα στα μελλούμενα του ανθρώπου η σύ­μπτωση και το τυχαίο χτίζουν μια κατακόρυφη σκάλα. Το ψήλος και το βάθος της μπορεί να κατεβαίνει από τα Ωσαννά του ουρανού ίσαμε τα ουαί των κολασμένων. Τα έσχατα, και τα που άλλο δε γίνεται.

 

Ξέρεις λοιπόν, ποιος είναι ο φοβερότερος θάνα­τος; Θα σου το ειπώ εγώ. Ο φοβερότερος τρόπος θανά­του είναι να πεθάνει κανείς πλακωμένος.

Να κλειστεί σε μια γούβα. Να τον σκεπάσουν τα χώματα και οι πέτρες. Να τσακιστούν και να δουπήσουν απάνου του οι στέγες, οι δοκοί και οι τοίχοι, τα θριγκώ­ματα και τα ψαλίδια, οι όγκοι από τα ξύλα και τους ασβέ­στες. Να εγκλωβιστεί σε μια πατουλιά τόπο, και να ΄χει απάνου  και κάτου και γύρα του σίδερα, τούβλα, κεραμί­δια, μπετά. Και τον κουρνιαχτό που κατάκατσε.

Και να μένει εκεί. Μόνος, μέσα στο συμπαγές σκο­τάδι. Μ’ ένα βάρος στο στήθος, όπως ο Άτλαντας τον ου­ρανό στους ώμους. Νά ΄χει το φόβο ολοένα να μεγαλώ­νει, και τον αέρα ολοένα να σώνεται. Όσο ν΄ αρχίσουν να χλιμιντράν τα ρουθούνια του.

Εκεί το λεπτό μακραίνει. Ο χρόνος τεντώνεται όπως γράψανε στα 1905 οι εφημερίδες της Ζυρίχης. Οι στιγμές γίνουνται ένας αργός τροχός φρίκης. Γρηγορό­τερα θα φτάσει ο πεζός από το Μαραθώνα στην Αθήνα, παρά θα κυλήσει ένα λεπτό στη συνείδηση του πλακω­μένου.

Γιατί στην πρώτη γραμμή δεν είναι το αίσθημα της πνευματικής ασφυξίας. Αλλά είναι το αίσθημα της ψυχι­κής ασφυξίας. Λάβε να ιδείς την ενέργεια που έδινε πα­λαιά ο νερόμυλος στη φτερωτή και γύριζε τις μυλόπετρες. Και λάβε να ιδείς την ενέργεια που δίνει ένας πυρηνικός αντιδραστήρας σήμερα. Τόση είναι η διαφορά της φρίκης, όταν συγκρίνουμε την ασφυξία της αναπνοής και την ασφυξία της ψυχής.

Είναι η ιδέα πως είσαι καθοδόν προς το τέλος, και πως το τέλος στέκεται εγγύς. Η ιδέα πως είσαι πεθαμέ­νος και το γνωρίζεις. Όπως ο θαμμένος που πήγε να του λάχει νεκροφάνεια. Ξυπνάει ξαφνικά μέσα στο φέρετρο, νιώθει τη στενωσιά και το τέντωμα, κάνει να σηκώσει τα χέρια, και αγγίζει το σκέπαστρο της κάσας. Και είναι μέσα σ’ ένα σκοτάδι, σε μια σιγαλιά, που ποτές ο άνθρωπος δεν τα ΄ζησε, και σπάνια τα φαντάστηκε. Εννοώ να τα φανταστεί με εκείνη την ένταση που αγγίζει την ψυχική μετάθεση.

Κάνει τότες να φωνάξει, για να τον ακούσουν. Να συντρέξουν, να βοηθήσουν, να σταθούν, να τον ξεθά­ψουν. Να του γίνει η χαρά να ξαναϊδεί το φως, και ν’ αναπνέψει πάλι στ’ ανοιχτά. Ν’ αναστενάξει και να πλα­τύνουν τα στήθη του, όπως τα φτερούγια του γερακιού. Και καθώς βγάζει την κραυγή, ο ήχος ξαναγυρίζει πίσω. «Και ετοιμαζότουνα να φωνάξει δυνατά, για να δείξει πως δεν απέθανε», που έλεγε ο ποιητής.

Είσαι ξαπλωμένος στα στενά. Σε σαβανώνει το πηχτό σκοτάδι. Και η ιδέα πως δεν θα ξαναμιλήσεις σε άνθρωπο σε κοιτάει στα μάτια με το σηκωμένο κεφάλι της κόμπρας.

Η ιδέα πως είχες ακόμη να ειπείς και να κάνεις ετούτο και το άλλο. Κάτι που ήθελες και θα μείνει. Κάτι που θυμήθηκες, και θα σβήσει. Και το ένα γίνεται πολλά. Και το πολλά γίνεται μύρια. Ζεις στον εγκέφαλο μια από­τομη έκρηξη από εκατομμύρια στοιχεία. Όπως οι σχάσεις των πυρήνων στις αλυσωτές αντιδράσεις.

Έχεις δικό σου και μόνο σου την αγωνία της σκέ­ψης, την πνιγμονή του αισθήματος. Η σφαγίτις της ύπαρ­ξης μπροστά στην οριακή κατάσταση του θανάτου σε σφίγγει όπως η τσιπουριά τα τσίπουρα. Είναι το αίσθημα του επερχόμενου θανάτου, που λένε οι γιατροί. Εκείνο το φοβερό jam moritur του Τουργκένιεφ. Όλα πολλαπλασιά­ζουνται στο ρυθμό γεωμετρικής προόδου. Ένα, δύο, τέσ­σερα, οχτώ, δεκάξι, τριανταδύο...

Και ολάκερος τούτος ο ίλιγγος σβήνει απότομα. Και ξαναρχίζει σε λίγο με τους ίδιους ασύλληπτους ρυθ­μούς. Ωσόπου ο Σίσυφος να ξανασηκώσει την πέτρα του στην κορυφή του όρους. Για να κυλήσει πάλι στη βάση.

Συλλογίζουμαι εκείνες τις Εστιάδες στη Ρώμη. Τις παρθένες, όταν ετύχαινε κάποιος εραστής να ξελογιάσει μία. Και ύστερα να τηνε θάψουνε ζωντανή. Συλλογίζουμαι εκείνον τον παπά στην Αττική. Τον εξωμότη που τούρ­κεψε, και ο Οδυσσέας Αντρούτσος τον έχτισε ζωντανό στον τοίχο, και εκεί ετελείωσε. Μία πέτρα μαλακή δίπλα στις άλλες πέτρες. Συλλογίζουμαι εκείνους τους μεγάλους αιρεσιάρχες στον έχτο κύκλο της Κόλασης. Αυτούς που από το Δάντη τους ορίστηκε τιμωρία να κατοικούν μέσα στους πυρωμένους τάφους.

Τι έζησε η Χιροσίμα, μετά που επέρασε από ψηλά στο πρωινό το αμερικανικό V 29; Συμπύκνωσε όλη ετούτη την εμπειρία της φρίκης, και βάλτηνε να χωρέσει στον εγκέφαλο του ανθρώπου. Σε μια κάψα μεγάλη όσο ένα κιούπι. Όσο το κοίλο της ανοιχτής παλάμης. Και λέγε πως ετούτη η ατομική έκρηξη στον εγκέφαλο είναι διάρ­κειας. Και πως θα βαστάξεις, ωσότου να παραφρονήσει ο έγκλειστος.

Και το πιο αμίλητο στα αμίλητα είναι πως θα πε­θάνεις, χωρίς  να ξαναϊδείς το φως του ήλιου.

Είναι ένα αίσθημα εμβρόντητο, που το  ΄χει ιστο­ρήσει ο Όμηρος από τον καιρό των ελλήνων. Σε μια φάση της μάχης στο Ίλιο οι αργείοι χάνουνται στο σκο­τάδι μιας άγριας ομίχλης που κατέβασε ο Δίας. Τότες ο Αίαντας σηκώνει τα μάτια στον Όλυμπο και σκούζει, πα­ρακαλεί και ικετεύει: ω Δία αλύπητε, αφάνισέ μας· αλλά μέσα στο φως!

Εκείνοι οι Δαναοί που πεθάνανε στη σκοτεινάγρα του Δία είχανε τουλάχιστον το προνόμιο της κίνησης, και της αναπνοής. Τυφλοί, αλλά έφταναν να τρέξουν, να κυ­λιστούν, να γκρεμιστούν στα βράχια, να φωνάξουν, και ο ήχος να σκορπίσει πέρα. Και στερνά να μπήξουν το σπαθί τους στο στέρνο. Να ξεσπάσει η λάβα της φρίκης, και να ξεθυμάνει η γης.

Όμως να ΄σαι πλακωμένος, χωρίς να μπορείς να κουνήσεις. Να σου ανοίγει ο τρόμος τα μάτια πελώρια, και να μένουνε πάλι κλειστά μέσα στην άραχλη τύφλα. Όχι ένας, όχι δέκα Σίσυφοι. Και κανένας Δίας δεν φτά­νουν να σκαρφιστούν τέτοιο μαρτύριο.

Και η ανέφικτη επιθυμία για τη ζωή γίνεται διά­πυρη, που να εκραγεί ο ήλιος. Και η λύπη ανίατη για όσα δεν επροφθάσαμε γίνεται το Αιγαίο πέλαγος, να το κατα­πιείς στο ανοιχτό στόμα σου. Και ο πόνος ότι δεν είπες τα τρυφερά λόγια στα τρυφερά σου πρόσωπα, τα τελευταία στα τελευταία, σου κάθεται Ταΰγετος στη ράχη.

Ώσπου ν΄ αρχίσουν να ολολύζουν όλα μαζί τα τσακάλια της ψυχής. Η σκοτοδίνη, οι παρακρούσεις, το τρεμέντο και το ντελίριο, οι εφιάλτες, η δύσπνοια, τα ουρ­λιαχτά της σιωπής, ο πυρετός του τρόμου, του νου η φλόγωση, ιδρωμένα τα νύχια και τα δόντια, η άγρια τρέλα.

Μπήκες στο δρόμο, και θα περάσεις τον Τοίχο που δεν έχει πόρτα.

Έντιμα και σιγανά: χίλιες και μύριες ζωές να πλη­ρώνουνται, για να μη ζήσει κανείς τη φρίκη του κλειστού θανάτου. Ο σταυρός το πριόνισμα, το παλούκωμα, το γδάρσιμο, το σύντριμμα το τυμπάνισμα, ο καρκίνος των οστών χωρίς μορφίνη, ο αιμοβόρος παιδεμός, η στραγ­γουρία. Αλλά ζωντανό στον Άδη ούτε το σκυλί του εχθρού σου.

 

Την επαύριον που οι τρεις του Γκούρα σκοτώσανε τον Οδυσσέα Αντρούτσο, οι έλληνες τονε θάψανε. Τον παραχώσανε, πες καλύτερα. Με νεκροθάφτες το φόβο, τα κακά προαισθήματα, και την τύψη. Και ύστερα κατέ­βηκε η κόρη Ελλάδα να τονε κλάψει.

Η Γαλανή έσκισε τους ποταμούς του αγέρα και τα βουνά, και ήρθε να ακουμπήσει απάνου στο νιοσκαμμένο μνήμα. Καθώς ένας λυγμός, ελύγισε το λιγνό της ανά­στημα στην πέτρα. Έλυσε τα μαλλιά της η πελή, και τα μάτια της πήραν να παίρνουν το χρώμα της βουρκωμέ­νης ησυχίας.

Ώρα έμεινε εκεί πετρωμένη. Για να χορτάσει τη γέψη που δίνει το φαρμάκι. Και ωσάν ένιωσε μέσα της να ανεβαίνει ως την κορφή το κύμα του σεισμού, έπιασε με τα λευκά χέρια το μαύρο μαντίλι, και άνοιξε το μυρωμένο στόμα. Αρχίνισε το θρήνο:

-Για πες μου, Οδυσσέα μου, και πώς σε δέχτη ο Άδης;

Κιανέ σε δέχτηκε καλώς, να τον καλολοήσω.

Κιανέ σε δέχτηκε κακώς, να τον κακολοήσω.

-Σα με ρωτάς να το ειπώ, θα σου το μαρτυρήσω.

Τρία φιδάκια μού ΄δωκε, να τα ξεχειμωνιάσω.

Στα γόνατά μου τρων ψωμί, στο στήθος μου κοι­μούνται.

Και στα ωραία μου μαλλιά έχουνε τη φωλιά τους.

Έτσι μοιρολόγησε η κόρη Ελλάδα τον καλλίνικο της Γρα­βιάς. Το παλικάρι που γνώριζε να μπαίνει στο θάνατο χορευτής και δισκοβόλος.

Αλλά οι έλληνες δεν τον αφήκαν να μπει χορεύο­ντας και στο θάνατο. Και να του βαστά το μαντίλι ο Χά­ρος. Πράμα που το βουλιόταν και το δυνόταν, ετούτος ο νέος Αχιλλέας στο Ταλάντι και στο Ζητούνι.

Και είναι πολλές οι φορές που οι έλληνες αλικό­ντησαν τον έλληνα Διγενή να παλέψει με το Χάρο. Σα να ζηλέψανε την τελευταία του δόξα.

Λίγο αργότερα εκείνο που ΄καμαν στον Οδυσσέα, θα το κάμουν και στον Αη- Γιώργη Καραϊσκάκη τον Κα­βαλάρη. Θα τον σκοτώσουν ένα αγνάντεμα δρόμο πιο κάτου από τον τόπο που χάλασαν τον Αντρούτσο. Κα­θώς ο ατρόμητος έπεφτε από τ΄ άλογα, με την υποψία ότι βαρέθηκε από εδικόνε μας στα φτενά, το ξεστόμισε:

Τώρα κλάστε μου τον μπούτσον!

Να το ακούει όσο θα υπάρχει το έθνος και να ντρέπεται.

 

Η τιμωρία του Γκούρα, του ψωμοπάτη, που πρό­δωσε τον Αντρούτσο, δεν ήταν πως σε λίγο καιρό ύστερα σκοτώθηκε από τούρκικο βόλι, που τον επήρε στον αμή­λιγκα, και τον άφηκε στον τόπο. Τόση πλερωμή για τέτοιο έγκλημα θα ΄τανε πράμα μπόσικο.

Η τιμωρία που η μοίρα του φύλαξε, ήταν το τέλος της Γκούραινας, της γυναίκας του. Παρόλο που ο Γιάννης Γκούρας δεν έζησε, για να ζήσει το φριχτό της θάνατο, και να φαρμακωθεί.

Βλέπεις ο άγιος Άγνωστος πολλές φορές το ΄χει έτσι παλαβά ορισμένο, που να μην πληρώνουν εκείνοι που φταίξανε. Αλλά πληρώνουν άλλοι. Τα παιδιά, τα εγ­γόνια, οι αθώοι, οι άγνωροι.

Τη Γκούραινα, μαθές, με άμαχο πληθυσμό άλλους δέκα, την επλάκωσε η στέγη του Ερέχθειου την ώρα που κοιμότανε. Μαζί με τις κολόνες που τσακίστηκαν και κα­τάρεψε η στέγη, γκρεμίστηκαν κι ένα πλήθος σακιά χώμα που είχαν βάλει στρώση για να φυλάγουνται από τις ψη­λοκρεμαστές μπόμπες.

Ήταν ένα απόσπερο του Γενάρη. Και η Γκούραινα πλακωμένη έσκασε σαν το ψάρι.

Όταν ύστερα από ώρες κατάφεραν να την ανασύ­ρουν, και τη φέρανε στο φως, τηνε βρήκανε ακόμη ζεστή. Το μέτωπό της άχνιζε. Και τα δύο βυζάκια της ανάμεσα στ΄ αυλάκι είχανε δακρύσει ολίγες σταλαματιές ιδρώτα.

Έϊ! Την καημένη την Ασήμω του Γιάννη Γκούρα. Τη Ντα­λιάνα, καθώς την έκραζαν καμαρωμένα. Που ήταν ψηλή. Ένα κυπαρισσάκι. Που ήταν σα ζωγραφιά η εμορφιά της. Και νέα, στον ανθό.

 

 


[1] Το όνομα Μυρτάλη δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά χρησιμοποιείται ως νοητική εποπτεία.