Δημήτρης Λιαντίνης
Joomla Slide Menu by DART Creations
Τα Βιβλία του Λιαντίνη
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
Χειρόγραφα
Αναμονές-Προσθήματα
...

Αγγλική Έκδοση της
Γκέμμα

Αγγλική Έκδοση της Γκέμμα

Ρωσική Έκδοση της
Γκέμμα

Ρωσική Έκδοση της Γκέμμα

Αγγλική έκδοση των ποιημάτων
Οι Ώρες των Άστρων

Αγγλική έκδοση των ποιημάτων Οι Ώρες των Άστρων

Αποσπάσματα από το ημιτελές βιβλίο του Λιαντίνη «ΠΕΛΑΓΟΣ ΑΝΘΟΥΝ».

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Ξέρω συντηρεί τα μπαγιάτικα, αυτός που καταπιάνεται σήμερα με τα Αρχαία. Βόσκει στα μετζάρια και σκάβει αρχιτεκτονικές εντάφιες. Ποιον να φωτίσει τώρα πια

Ο φανός του κοιμητηρίου των Αθηνών

Που συγκίνησε τον αυτοκτόνο ποιητή του άλλου αιώνα.

Προς τι οι χωρομέτρες σαρκοφάγων, όταν το πολεοδομικό της Αθήνας είναι τόσο οξύ. Και οι τροχονόμοι να λησμονούν – που δεν το μάθανε ποτές – ότι το πρώτο οδικό ατύχημα έγινε στην πιάτσα της Αυλίδας.

Το δίχως άλλο, που είναι παραδοξολόγος όποιος διδάσκει τον εαυτό του  ότι ο ούριος άνεμος, που έλυσε η ξανθή Άρτεμη στο μπουγάζι, φυσάει ακόμη στους δρόμους και τους δρυμούς της πολιτείας. Και αρμενίζει τον κόσμο με πλησίστια καυσαέρια για τα κάστρα της ασφυξίας:

στόλον Αργείων χιλιοναύταν

Στρατιώτιν αρωγάν.

Και πως αλλιώς, αφού τα πέργαμα του Πριάμου τα πυρπόλησε ο δόλιος Οδυσσέας από τον καιρό εκείνο. Και δε ματαφύτρωσε ούτε μούσκλο, μηδέ αλιφασκιά. Μπούλβερη και Χιροσίμα.

Τα ασκιά του ο Αίολος – αεροθαλάμους τα λένε τώρα – τα ‘χει σήμερα θρονιασμένα στο Μόναχο και στο Τουρίνο. Ποιος τόλμησε να ονομάσει έωλα τα χρυσόμαλλα κριάρια του αιώνα τούτου!

Όλοι, κουλοί και τυφλοί και ξυλοπόδαροι, σήμερα τρέχουνε με δεκάδες Μ. Α. Ω. Κι αν πεις για τους νέγρους, αυτοί είναι πια, που στα ολυμπιακά στάδια ορμούν και δέρνουν.

Πως θα γινότανε, λοιπόν, να μην ξεπεράσει στο λάκημα η χελώνα το γοργοπόδη Αχιλλέα, αποδεικνύοντας το νόημα του αρχαίου σοφίσματος;

*

Ύστερα είναι ο τόπος που στένεψε. Πρόβλημα ζωτικού χώρου είπαν οι μοντέρνοι επιτελάρχες.

Όποιος δοκίμασε να περάσει τη χαράδρα του  Άγιου Βερνάρδου, ούτε τις Άλπεις είδε ούτε ξημερώθηκε στο Μαρέγκο. Αλλά πορεύθηκε τις μαύρες σήραγγες και τις τυφλές στοές. Με μιλλεούνια μέρμηγκες να τρέχουν και να τον κυνηγούν.

Από Τζέγκις Χαν έως της μετοικεσίας τουριστικών στρατευμάτων γενεές δεκατέσσερες.

Όλη τη λάμψη του ο Ναπολέων τη χρωστάει στον αυγερινό ορίζοντα της εποχής του. Κι όλη την πίσσα του ο Δάντης την αγόρασε από τα αραβικά μονοπώλια του δικού μας καιρού.

Ο τόπος  μας μαραγκιάζει. Σαν το γέροντα που κυνηγάει στο χούφταλο την τελευταία εικόνα του. Τα βουνά γονατίζουν, οι κάμποι αδειάζουν και οι βράχοι προσκυνούν τα κομπρεσέρ και τα πόδια τους. Βαλτώνει η θάλασσα στα δάχτυλα, και στην κοιλιά μπλαβίζει.

Ξορκίζοντας τον αβασκαμό επερίσσεψαν οι αριθμοί και οι άνθρωποι. Μεριά η ασώματη ευγονία στα μυαλά και τους κάλυκες – οι homunculi καθώς λεν – μεριά τα θαύματα της ιατρικής πυγμαχίζοντας τον αστερισμό του Καρκίνου, μεριά το γοργόνειο της δημοκρατίας. Ω προ παντός αυτή˙ και να σκέπει η σώτειρα πανοπλία της ληστές και σαμαρίτες

Στενεύοντας ο τόπος κινήσαμε για τ’ άστρα.

*

Σε άλλους καιρούς ο τόπος φούντωνε. Θέλεις οι χαρακιές του χεριού και τα βαθύποδα μάτια, θέλεις η καρδιά που κοντανάσαινε στην ανηφόρα, θέλεις η πάλη του κορμιού με τους δαίμονες.

Ορίζοντας οι ηράκλειες Στήλες τα πέριορα του κόσμου της πράξης – Σκυθία, Αιθίοπες, Ινδός και ομιχλώδης Θούλη –την ενδοχώρα δεν έσωνε να την περιπλεύσει ούτε η βαρβάτη Οδύσσεια. Κι ήταν ο Νόστος ήλιος.

Ο ήλιος από νομοθέτης εποχών σήμερα ξέπεσε σε μετρητή υποθέσεων. Έπρεπε κάποτε ο καβαλάρης ο Φοίβος να πάρει μέτρα για το κιβούρι του. Τα χρόνια πολλά τ’ Άη Γιωργιού και της Κοίμησης οι αστρονόμοι τα βάφτισαν έτη φωτός.

Και ιδού τα θαυμαστά και τα ξένα. Στη μελανιασμένη στέπη του διαστήματος – πλατύτερη και από την πλατιά Ασία – οι πειρατές των πειραμάτων πηδοκοπούν και τρεκλίζουν ζαλωμένοι συσκευές οξυγόνου.

Το δισάκι του παλιού πεζοδρόμου, καμώνοντας και αψηλοκυττούν. Το δισάκι. Το δισάκι του παλιού πεζοδρόμου, που τον στύλωνε με τρεις ελιές και δύο σύκα, μας χρειάζεται τώρα, γιατί μας πνίγει ο τόπος.

Αέρα, εφώναζε στα όρη ο παλικαράς με το τσαρούχι στη φούντα. Αέρα φώναζαν και στ’ άστρα οι πορθητές του κενού με τους κοθόρνους της τραγωδίας. Και οι δύο γιατροί μικροβίων διατείνονται:

Λεμφοκυτταρική αναστροφή του τύπου.

*

Από την άλλη στα σκοτεινά η αναιμία δουλεύει. Ο σίδηρος λείπει στο αίμα. Τα στόματα των ποταμών δείχνουν αφυδάτωση. Η γλώσσα σόλα αγωγιάτη.

Στη λιβυκή έρημο, πετραία Αραβία και Ερυθρά θάλασσα – στα περίχωρα της άλλης της Νεκρής – τα πηγάδια πάνε για στέγνια.

Τώρα μάλιστα, στον καιρό της ακρίβειας, που η θάλασσα αντί να τη σβήσει, την κορώνει τη δίψα. <παράδειγμα οι γείτονες με την αφαλοκρυπίδα για το χορό της κοιλιάς.

Κι όλη τούτη η Πρωτοχρονιά του λιμού, σε ώρα που τα σικελικά συμπόσια έφθασαν στο μη παρέκει. Με τους κάδους των σκουπιδιών οι U. S. A  φτάνουν να οικονομήσουν την πείνα της Αφρικής ολάκερης.

Έτσι λογαριάζει η στατιστική, των ιστορικών και μελλοντολόγων η προστάτιδα και η πολιούχος.

Που ξανακούστηκε να γουργουρίζει η έρημος με τέτοια μηχανή την κοιλιά του ανθρώπου. Την τροφή τους οι φυλές την έβρισκαν πάντα στην πεδιάδα – άιντε και στα οροπέδια -, στις λίμνες, στη θάλασσα και στους ποτάμιους θεούς, τους άμισθους κουλήδες. Ως τώρα αυτά γράφανε τα βιβλία.

Στην έρημο τρέχουνε ύαινες, οχιάζονται σκορπιοί και σέρνονται φίδια. Εκείνες οι διψάδες που λέει ο Λουκιανός. Και από την εποχή του   Afrrica Corpus κρύβονται και αλεπούδες.

Τα άλογα στο αλώνι, πατώντας τα δεμάτια που έθρεψε η γης, όσο πάει και στενεύουν τους γύρους του σχοινιού. Ποιους τάχατες να βρει το ηλιοβασίλεμα να κυττάζουν κατά τη δύση, την ώρα που θα ‘χουν κόψει τα πέταλα άχυρα και καρπό.

Πληρώνοντας οι χρόνοι τον παλαιό χρησμό ˙

Οι φθίμενοι δέρκονται ες ηέλιον δύνοντα.

*

Κι αν ρωτάτε για πόλεμο, ας ακούτε όσα λέει η προπαγάνδα ειρήνης. Ειρήνης και Πλούτου, Ορνίθων Σφηκών και Βατράχων και λοιπών κωμωδιών Αριστοφάνους.

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Ο πόλεμος συνεχίζεται. Ό,τι έκανε ο Χίτλερ ήταν, που πρώτος  σαλτάρισε στη θέση του μηχανοδηγού, για ν’ αδράξει στη μπότα του χεριού του τη λοκομοτίβα που έτρεχε. Εκείνο

το τρένο που δεν σταματούσε.

Δε γίνεται αρνομάτης ο άνθρωπος διαβάζοντας συναξάρια κακούργων.

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Ο πόλεμος τελειώνει. Το νετρόνιο θα τερματίσει τις έλξεις και όλα τα φορτία θα γίνουνε neutra.

Τα ωστικά κύματα δύνανται, λένε, και όρη μεθιστάναι. Για να πάψουν οι ωθισμοί, ποιος θα πατήσει τα Ιμαλάια πρώτος.

Με τους ψεκασμούς για τα δίποδα έντομα να μη μείνει ούτε στα πεδινά πετροπέρδικα. Καιρός τους να μπουν και οι κυνηγοί στα μουσεία. Όσα ο Einstein δεν ίδρυσε.

Ο Einstein, η πύλη που μπάζει στην αυλή των θαυμάτων. Ο ταπεινός δούλος των θεών, και ξέπεσε σε άχρηστο βασιλιά των ανθρώπων……………………

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Στο Όνειρο ενός Γελοίου – ποιος άλλος νογάει πια σήμερα πάρεξ ο γελοίος, πόσο γελοίο του σοβαρού το γέλιο – ο Dostojewskij δοκιμάζει να ξαναντύσει τον άνθρωπο με το κάλλος της αρχαίας του στολής.

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Στη μικρογραφία της Ελλάδας ξεδιπλώνεται ο μύθος του σύγχρονου κόσμου. Υποθέτω μια πυθαγορική μετεμψύχωση πολιτειών στις παράλληλες τροχιές του.

Δελφοί-Ελλάδα.
………………………………………………………………………………

Ερέτρια-Ιταλία.
…………………………………………………………………………………………

Μέγαρα-Αυστρία.
…………………………………………………………………………………………

Κόρινθος-Αγγλία.
…………………………………………………………………………………………

Άργος-Γαλλία.
…………………………………………………………………………………………

Σπάρτα-Ρωσία.
…………………………………………………………………………………………

Αθήνες-USA.
…………………………………………………………………………………………

Αιολίδα-Ιαπωνία.
…………………………………………………………………………………………

Αρκαδία-Ανατ. Ευρώπη.
…………………………………………………………………………………………

Μακεδονία-Κίνα. Όψιμα θα ξυπνήσει τη ληθαργική ασβόλη στα ισιώματα ο βρυχηθμός των αριθμών. Όταν των ποταμών τα φίδια θα συμπλήξουν μαστιγωτά τις ουρές και απότομα το στερέωμα των νεφών και των προσώπων θα χαρακωθεί από φλόγινες ρίζες. Κάπου πέρα μακριά θα καεί η Ανατολή˙ κάπου δώθε σύγυρα θα κοκκινίσει η Δύση.

 

Ολυμπία-Σουηδία. Επαναθέσπιση των αγώνων από το βαρόνο ντε Νόμπελ. Στο δίσκο του Ίφιτου τυπώνονται τα ονόματα των νικητών. Και σαν σε χρυσά νομίσματα όψεις θεών και ηρώων. Κουράγιο, ο Άνθρωπος εξακολουθεί να τραβάει την Απάνω Αγανιά.

………………………………………………………………………………………

 

 

Ο ΟΜΗΡΟΣ ΣΤΗ ΡΩΜΗ


Το δ’ εμόν κλέος ούποτ’ ολείται.

 

Οι εφτά πολιτείες που σκορπίσανε τα μέλη της γέννησης του Ομήρου ιστοράνε το παραμύθι των εφτά ημερών της δημιουργίας του.

Σμύρνα, Χίος, Κολοφών, Ιθάκη, Πύλος, Άργος, Αθήναι.

Οι δαχτυλικοί πόδες μετράνε τον τόπο, όπως το καλενδάρι του Μωυσή θα μέτραγε το χρόνο

Ημέρα μια, ημέρα Δευτέρα, ημέρα Τρίτη,

Έως την ιερή αργία της εβδόμης.

Μια και δεν είναι απλό να ξεχωρίσεις πια το χώρο από το χρόνο, δεν είναι ούτε απίθανη αυτή η σύνθετη εκδοχή. Έτσι κάπως ο Όμηρος εποίησε τον ουρανό και τη γη. Και όλα ακόμη ως τότε τα αόρατα και τα ακατασκεύαστα.

Βέβαια δύσβατα και άπορα υπάρχουν κι εδώ. Όπως άλλωστε υπάρχουν και στο Μωυσή. Εκείνη λ.χ. η ερώτηση, που βάζει στους νεοφώτιστους ο άγιος Ιερώνυμος: Αφού εποίησε τον ήλιο, τη σελήνη και τους άλλους φωστήρες στο στερέωμα την τέταρτη κατά σειρά ημέρα, πως

εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωί

Την πρώτη και τη δεύτερη και την Τρίτη ημέρα!

Αλλά ας τα αφήσουμε αυτά για τους θεολόγους. Που ξέρουν να φωτίζουν τον κόσμο τη νύχτα με το άκτιστο φως και το μεσημέρι με την κεροδοσιά.

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Έχω τη γνώμη πως για άλλες αιτίες έπρεπε να κολάσουν τον Όμηρο. Γιατί έφερε φερ’ ειπείν στους ανθρώπους τον πόλεμο, όπως ο Προμηθέας ανάποδα έκλεψε από τους θεούς τη φωτιά.

Σ’  εκείνη την Ιλιάδα, την περιλάλητη, η βία, η μάχη και ο θάνατος κατεβαίνουν σαν τη μαύρη καταχνιά.

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Το χειρότερο όμως είναι που ο Όμηρος ξεσκέπασε τον άλλο πόλεμο, το μέσα. Την αμάχη που αιώνια έχει ο άνθρωπος στημένη με τον εαυτό του.

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Ο Όμηρος πέρα από τον άνθρωπο που τρώει τον άνθρωπο και πέρα από τον άνθρωπο που τρώει τον εαυτό του ξεσκέπασε τον πόλεμο που δουλεύει και μέσα στη φύση.

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Ο παραδαρμός του Οδυσσέα στις θάλασσες δεν είναι παραβολή για να διδάξει τους ξέμπαρκους. Ας υποθέσουμε πως η πελαγίσια ματιά του δεν τον έφερε ποτέ στο ακρωτήρι.

Να στυλωθεί στο πετρωτό του δασόφρυδο και ν’ αγναντέψει τα πλοία, την αλισάχνη, τις μέδουσες, τους φραμπαλάδες των κοριτσιών του Νηρέα και το παραμιλητό του υδάτινου ύπνου.

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Στα μάτια του Οδυσσέα που περιπλανιέται αλλά δεν πλανιέται μοίρα είναι ο όμαιμος δεσμός του κορμιού μας με τους όρους, που κυβερνούν τις λειτουργίες στο βαθύ εργαστήρι της φύσης. Ηγεμονεύοντας το δρόμο, που ανεβάζει στην επιφάνεια τ αθάνατο έργο της.

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Ένα μέτρο σκάβοντας ακόμη στην ίδια σποριά, οι ανασκαφές θα φέρουν άσπαστη στο φως τη ζοφερή ανθρωπολογία του Ομήρου.

Λαξεμένη με τη χειροπιαστή σαφήνεια μιας σκέψης, που την μυάλωσε το φωτεινό βιβλίο της Μεσόγειος.

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Η πράξη του Ομήρου είναι μια στράτα με δώθε τα πέλαγα και κείθε τα βουνά. Και τόσο από θελησημιού του τη διάλεξε, όσο και ο ήλιος διαλέγει το δικό του δρομί.

Που σημαίνει, εκείνος που στέκεται πίσω σου και σε βιάζει να ξεκινήσεις, σκάζοντας το μαστίγι στου αγέρα την πλάτη, έχει το δικό του σκοπό και το δικό του δίκιο.

Η αλητεία του Οδυσσέα κλείνει σε παρένθεση το δεύτερο όρο της εξίσωσης του ανθρώπου:

Με υποσύνολα, για πολλαπλασιασμούς και αφαίρεση, τον πόλεμο σε όλα τα μέτωπα, τη ματαιότη που λογαριάζει αποπαίδι της την όποια φθορά, και όλα τα άλλα κακά της πονηρής πυξίδας.

(Εδώθε λαβαίνοντας αφορμή συνειδητά ή αλλιώς πως ο Heisenbrg και οι ομότεχνοί του ερευνούν στο δικό τους επίπεδο το δεύτερο όρο της εξίσωσης της ύλης).

Τα ταξίδια του Οδυσσέα στο έπος θα ξαναφανούν με το πρήξιμο και την κούραση των ποδιών του Οιδίποδα στην τραγωδία.

Μιλάμε για τη συνέχεια της ομοούσιας σ τ ρ ά τ α ς, που χαράζει τις ονομαστικές σημαδούρες της από τον Οδυσσέα στις γυμνές αμμούδες και τον Οιδίποδα στις τυφλές δημοσιές, ίσαμε το Στρατή το Θαλασσινό στον κάβο της Ακρόπολης και στις κολόνες του φεγγαριού.

Έτσι ο τόπος μας μες στον καιρό μεταβιβάζει τη σκυτάλη της πίκρας. Ό,τι αλλιώς το λέμε κι αλήθεια. Να χάνεται και να φαίνεται, καθώς τα ασήμαντα σήματα των φάρων.

*

Δύσκολα τη βαστάνε ο ώμοι μας τη λύση, που ο Όμηρος μάντεψε στο αίνιγμα άνθρωπος. Την ίδια λύση για βακτηρίες και πόδια που μάντεψε ο Οιδίποδας. Παραμερίζοντας με το σκιάδι του στρατοκόπου και του κουπολάτη τον τελαμώνα, τα τετράποδα Σφίγγα και Κίρκη.

Τις λύπες σα σφήκες, που δορυφορούν την ηρωική αλητεία του ανθρώπου ο ποιητής τις γνώρισε και τις πάλεψε.

Και όσο την ώρα της λιποψυχιάς του πέφταν τα γέλια μεσίστια μπροστά στην ανάγκη της στράτας, που χειρότερό της δεν γίνεται,

Πλαγκτοσύνης δ’  ουκ έστι κακώτερον,

;aλλο όσο έπαιρνε δύναμη από το νόημα του νικητήριου τέλους, για να το επικαλιέται σηματωρό στο μπουρίνιασμα:

Τις γαρ ταύτην οδόν ηγεμονεύσει;

Να γινόταν να μην κελαηδούσαν οι κύκνοι, και να υπήρχε για τους τρελούς μια παράδεισο!

Τα ύστερα έδειξαν, πόσο σοφά εστοχάσθη ο Οδυσσέας το πράγμα, σα πήρε να σπέρνει τις αμμουδιές στο νησί του με αλάτι. Για να τον πάρουν τάχα για τρελό, μήπως και δεν τον έπαιρναν στον πόλεμο, που κίνησε η Ελένη.

*

Κοντολογίς την πόλη που έχτισε ο Όμηρος την ονομάζει ρώμη.

…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………………

*

Δύσκολο να τον φανταστείς τον κόσμο χωρίς κατακλυσμούς. Και ο άνθρωπος σπρώχνεται να τραβάει το μονόξυλο της νοσταλγίας του πέρα από τη λευκή στέπα του όκνου.

Αναζητώντας το βιολετί της φωτιάς και του νέου καιρού το έγχρωμο σιντριβάνι. Που, αφού από παλάιωμα γιόμισε, απάνω του

Ερράγησαν πάσαι αι πηγαί της αβύσσου.

Ανάστησα, τελειώνει ο γέρος, σαν άγαλμα του καιρού το σώμα της Ελένης. Ανοίγοντας τις φλέβες των πραγμάτων, και στάλα τη στάλα το άπειρο γλαυκό φωτοσκοπώντας.

Έχω για ό,τι δεν θα καταποντισθεί στο νεόκοπο τοπίο, τους κατακλυσμούς, του άλλου φωτός ετοιμασμένους.

Ουρανόθεν υπερράγη άσπετος αιθήρ

Λευκή δ’  επιδέδρομεν αίγλη.
……………………………………………………………………………………