Δημήτρης Λιαντίνης
Joomla Slide Menu by DART Creations
Τα Βιβλία του Λιαντίνη
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
Χειρόγραφα
Αναμονές-Προσθήματα
...

Αγγλική Έκδοση της
Γκέμμα

Αγγλική Έκδοση της Γκέμμα

Ρωσική Έκδοση της
Γκέμμα

Ρωσική Έκδοση της Γκέμμα

Αγγλική έκδοση των ποιημάτων
Οι Ώρες των Άστρων

Αγγλική έκδοση των ποιημάτων Οι Ώρες των Άστρων

Χρήστος Κορέλας (Λογοτέχνης)

 

Πρόσβαση στην ποίηση του Δημήτρη Λιαντίνη


Όλο το έργο του Δημήτρη Λιαντίνη είναι ποιητικό. Τα δοκίμιά του  στα φιλοσοφικά του έργα, αλλά και στις αναλύσεις του πάνω στην πεζογραφία, τη φιλοσοφία  και στην ποίηση ήταν μια περιπλάνηση στο μύθο, στην αλληγορία, όπως εκείνος ήθελε να προσβαίνει στα κείμενα. Η ερμηνεία της ποίησής του χρειάζεται έναν κώδικα που δεν προσφέρεται, παρά μόνον στο βαθμό που μπορεί κανείς να διαβάζει τις συντεταγμένες του  για  να πιάνει τους καιρούς και τους ανέμους του. Η ποίησή του  ήταν στην ουσία   τα φιλοσοφικά του πιστεύω, οι μεταφυσικές του θέσεις και όσα ήθελαν αποκρυπτογράφηση χωρίς να χρεώνει  τον αποκρυπτογράφο σε κανέναν παρά μόνον στον ποιητή, που και διαφωνώντας θα μείνει στη σιωπή του χρόνου.

Η κυρία Νικολίτσα Γεωργοπούλου, καθηγήτρια  φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, οχτώ χρόνια μετά την αναχώρηση του συζύγου της Δημήτρη Λιαντίνη εξέδωσε τις δύο ποιητικές του συλλογές  με τον  τίτλο  της πρώτης συλλογής «Οι ώρες των άστρων». Η  δεύτερη  έχει τίτλο «Η όγδοη μέρα».
Η ίδια –ποιος άλλος θα μπορούσε καλύτερα ; - έγραψε το «Προλόγισμα» . Είναι μια άλλη ποίηση  στοχασμού και λόγου, που ωστόσο απαντά σε πολλά ερωτήματα, για να μπορεί, όποιος θέλει, ν’ αποστασιοποιείται από ακούσματα και στρεβλώσεις . Και κυρίως θα επικοινωνήσει  με μια ποιητική στοχαστική περιπλάνηση με την απόλυτη νηστεία του περιττού. Είναι ένα κείμενο βαθιά εξομολογητικό, που φυσικά στρέφεται με χάρη και χαρά στην περιπέτεια ζωής με το Δημήτρη, που είναι μια ανθρώπινη πνοή. Κι αυτή η πνοή γίνεται, στα  αισθήματα της καθηγήτριας του φιλοσοφικού και αισθητικού στοχασμού, μίτος της Αριάδνης για βύθισμα στα άδυτα μιας ζωής, που ταλαντεύτηκε ανάμεσα στο μηδέν και στο άπειρο. Η ίδια θα πει: «σπουδάσαμε την ευτυχία μας ζωγραφίζοντας μέρες και νύχτες στο δρόμο της μεγάλης επιστροφής». Κι αυτή η σπουδή δεν λογάριαζε « χρόνους είτε γελαστούς είτε λυπημένους». «Ήταν η  ιστορία μιας θάλασσας, όπως εκείνης των Κεχρεών», όπου μετέφερε ό,τι πήρε από το  κοίλωμα του Ταϋγέτου. Περιλαμβάνει στο προλόγισμα, όπως το λέει, και ένα κείμενο που τελικά ο Λιαντίνης δεν συμπεριέλαβε στην έκδοση της «Γκέμμας». Είναι μια κραυγή με κείνο το σπαραχτικό (τρις) «δόστε μου». Στο τρίτο, που τα ονόματα είναι γένους θηλυκού, αρχίζει με  τη Λου και  τελειώνει με την κόρη τους  Διοτίμα. Η κυρία Γεωργοπούλου -  Λου, (όπως την ονόμαζε ο άνδρας της), ρωτάει «γιατί»; Κράτησε, Λου, το σπαραγμό μέσα του, για να κλείσει την πόρτα στους νοθευτές αισθημάτων και βιώσεων. Κι όταν  πιο κάτω λέει «έζησα την αλήθεια», όπως εκείνος την εννοούσε βιωματικά, δύσκολα δίνεις τα άγιά σου στον όχλο. Άλλωστε το γεύτηκες αρκετά!

Παραθέτει και το κείμενο που της  άφησε, μαζί με άλλα σημαντικά, ο Λιαντίνης την παραμονή της εξαφάνισής  του. Πρόκειται για ένα ποίημα άτιτλο. Αναφέρεται στον «αρχηγό της φύσης», που μπορεί μεν να είναι ένα ανάκρουσμα της αναχώρησής του, αλλά έχει κι έναν παγανισμό, που νομίζω ότι είναι μια καλυμμένη συγγνώμη, μια συμφιλίωση με το θεό. Ίσως ο Νίτσε να μην  τον κράτησε ως το τέλος. Και το λέω  αυτό με κάθε επιφύλαξη. Άλλωστε εκεί στα «δόστε μου πίσω», ζητάει και τον Νίτσε. Ποιος του τον πήρε;  Πάντως στο τελευταίο κείμενο (31 Μαΐου 1998) ο ίδιος, δεν ζητάει κανέναν. Κοιτάει προς τον «αρχηγό» , που «όλα τ’ αγκαλιάζει η στοργική μοναξιά του»  Ο Λιαντίνης, λέει η Λου, δεν έχει πει το δικό του νόημα για την αλήθεια. Ο Πιλάτος την αναζητούσε  καταδυόμενος στη λίμνη Λεμάν της Γενεύης.

`Η ποίησή του είναι ρωμαλέα και θυμωμένη. Από την εικόνα τ’  ουρανού ως τις γραμμές των οριζόντων, των αστερισμών και των φιλοσόφων τα τινάγματα, η ματιά του ποιητή κινείται ως διόπτρα παλιών πειρατών μεταξύ αισθητικής και ερμηνευτικής πρόσβασης στο συμβολισμό του σύμπαντος.
Η λειτουργία της σιωπής μέσα στον αλαλαγό της φύσης και του Ηρακλείτιου πολέμου των αντιθέτων  συνθέτουν τη συμφωνία του ύψους και της περηφάνειας του αετού με το βλέμμα του «Νόστου».
Ο ποιητής στον αστερισμό του Αιγόκερω κινείται σ’ ένα ταχύτατο φάσμα εναλλαγών τοπίων, συμβόλων και λέξεων που πυροβολούν λαξεύοντας τους στίχους. «Και τον άρτο κόβανε της ομίχλης μεσάνυχτα – σταυροπόδι οι μήνες - …σκοτωμένο φως .-   Εδώ καθήσαμε και εκλάψαμε παλαιών ημερών…- ακούγοντας παραμύθια πλησίστια - …καταμεσίς στη λυσίκομη πιλαλίστρα του Αιγαίου».  Αν προσέξουμε, θα δούμε ότι οι στίχοι του έχουν τη λαχτάρα του Δημοτικού τραγουδιού, που όλα τα βλέπει καθαρά χωρίς τον πανικό του ύψους ή των καθημερινών αναστάσιμων θανάτων μιας επιστροφικής μνήμης. Ακόμα εκτείνεται στις  βιβλικές αιχμαλωσίες, όπου  ο πόνος γίνεται οργισμένο θρηνητικό άσμα, κάτι ανάμεσα σε Μανιάτικο μοιρολόι και νασταλγίας του «επανάγαγε». Το παιχνίδι του Λιαντίνη με τις λέξεις, δεν γίνεται για το παιχνίδι, αλλά για το στοχαστικό έκφρασμα χωρίς να χάνεται το μέτρο της αισθητικής, που υποστασιάζει την ποίηση. Και δίνω το στίχο του: «με τις ακανθυλλίδες στο κηπαίο συρματόπλεγμα .-  Πως ζήσαμε! – Καιρός που πληρώνεται και καιρός που πληρώνει».Τα λύτρα της προδοσίας και της τιμωρίας. Και ως βουή υπόκωφη η  βαθιά αλληγορία της αιώνιας επιστροφής της προσλαλιάς των αιώνων: Πόλεμος, πείνα, λοιμός, θάνατος. Οι τέσσερις ιππότες της Αποκάλυψης.

Η μνήμη κρατάει τη  σημασία της στον ποιητή, γιατί είναι ισοδύναμη με τις ενοχές, τα όνειρα που πέθαναν νωρίς στα κρεματόρια και την απαιτητή δικαίωση κατά το «εναπόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος», που σπάνια δίνεται επώνυμα και έγκαιρα.  Αλλοιώς τα μνημεία των αγνώστων δεν θα είχαν σημασία.

«Απάντεχα μας ξέβρασε η ελπίδα – στην ακροπελαγιά της μνήμης – χέρια καιρό γυμνασμένα για το δοξάρι και τον πόλεμο – που δεν άνοιξαν δρόμο και πόρο». Ποίηση που δείχνει την αδυναμία μας  και την εξάρτησή μας από τους καιρούς και τους ανέμους. Και οι ακατάδεχτοι σπάζουν τις συμβάσεις των καιρών. Ακατάδεχτοι για τη φρόνηση των φρονίμων και τον έπαινο της αγοραίας αγοράς. Καιροί και άνθρωποι χαμένοι στον πίσω ορίζοντα, εκεί που έχει αντάρα και καταχνιά. Ίσως και το φως των  Απολλώνιων Δελφών  ή του Θαβώρ. Αρμενίζουμε στη νύχτα δεμένοι στην ελπίδα, καθώς στη δύσκολη φάση προσθέτουμε τα λάθη μας.  Ακούστε, σεβαστοί αναγνώστες την «Αργώ» να ταξιδεύει  «πάνω στην άβυσσο των χεριών μας – καράβι χαμένο …. – εθήτευε ο βοριάς – όταν μισέψαμε για τις ακτές του σύμπαντος – βαστάζοντας στα χέρια τον Επιτάφιο -  και τον Ανθεστηρίωνα». Μισεμός: φυγή, ταξίδι, ίσως ανεπίστροφο. Ανθεστηρίωνας και Επιτάφιος: η Αρχαία και η Νέα πίστη του Ελληνισμού. Κατά πού πάμε; Θα υπάρξει χρυσόμαλλο δέρμα; Θα υπάρξει επιστροφή; Πού; Ο ποιητής πάντα αναζητεί το κάλλος. Το μόνο που μπορεί να σώσει τη συνύπαρξή μας. Αιχμάλωτοι οι θνητοί του «αθάνατου θανάτου» στο σταυρό του μόχθου και της έγνοιας. Ο ποιητής πάντα γυρίζει στο καυτό μας πρόβλημα του θανάτου και αλλοπρόσαλλα, αντιθετικά και αλλόκοτα βάζει τα δάχτυλά του στις πληγές του, τις πληγές μας. Φύση, άνθρωποι, ουράνια σώματα , σχήματα, χρώματα, αίματα και θάνατοι, πολλοί θάνατοι μαζί  «στο κατάρτι του μεσονυχτιού».   Κι ύστερα γυρίζει το βλέμμα του στο «αίνιγμα» του  Γολγοθά, όπου θα «διορθώσει τον πορφυρό χιτώνα…και απρίλη μήνα φωνάζω ecce homo”.Όλα μαζί, ξεχωριστά κι ευδιάκριτα: αναφορά στου Χριστού το μεγαλοβδόμαδο: αίνιγμα, πορφυρός χιτώνας, διάδημα αγκαθιών, και η πιλάτια αηδιαστική απελπισία με τη βαρυκαρδία των οβραίων  δείχνοντας:  ecce homo.

Δυνατός ποιητής ο Λιαντίνης, σμίγει στους «Δίδυμους» τον έρωτα με το θάνατο.

Δεν σταμάτησε τυχαία στο Ρίλκε. «Κύκνος  έγινε – του θεού ο φαλλός κι ο λυγμός».Κύκνος ο Δίας (φαλλός) και λυγμός η Λήδα που πληγώθηκε με τη σφαγή στην Τροία. Το δίδυμο φαλλός, λυγμός, όπως και οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης, γιοι της Λήδας κι αδέρφια της Ελένης και της Κλυταιμνήστρας. Παντού έρωτας και θάνατος. Η γέννηση και το τέλος της ζωής, δύο πόλοι που είναι κυρίαρχοι στην ποίηση του Λιαντίνη. Καθαρά ερωτικό, ζωσμένο με ζωή Αιγαιοπελαγίτικη είναι το ποίημα «Ηριδανός» Και το λέω, για να μη μείνει στον ευαναγνώστη η μελαγχολία που κατατρώγει τη χαρά.

Στην «Όγδοη μέρα» τα βλέπει όλα από το ύψος των τετελεσμένων, που ωστόσο επιχειρεί  όχι μόνον κάποια κριτική, αλλά και μια κάποια παρέμβαση σ’ ένα πεδίο τελειωμένων πραγμάτων, προσώπων και καταστάσεων που πια δεν επιδέχονται παρέμβαση. Είναι μια στάση ζωής στο μετά τα φυσικά, μια χειρονομία αβύσσου, θα λέγαμε, αν  βλέπαμε, με το βλέμμα του ενθάδε, το Επέκεινα. Ο ποιητής άλλοτε κοιτάζει από την απέναντι όχθη τη ζωή εδώ κι άλλοτε μετέχει των δύο κόσμων. Τον μεν με τις ηδονές, τις αγάπες και τα κρίματά μας,  τον δε με το βλέμμα στραμμένο προς την κρίση και την αναλογία της ανταπόδοσης. « Τα έργα της όγδοης μέρας είναι σε πετροπήγαδο μέσα κλεισμένα….δεν φωνάζουν…..δεν φαίνονται….δεν αχρηστεύονται….για ν’ αχρηστέψουν τις σάλπιγγες τις φοβερές – την ημέρα των ήχων».  Θέλει να βουβάνει τη Δευτέρα Παρουσία ως κρίση και ανταπόδοση, για να σωθούμε από το κρίμα μας. Έτσι θα χαθεί το δίκιο και τ’ άδικο μαζί. Είναι μια κάποια προσδοκία γενικής ειρήνης.

Το ποίημα «εκτόρειος στάσις», προσδιορίζει ως γενναία τη στάση αυτού που φεύγει κι αποχαιρετάει την Ανδρομάχη του, όπως ο Έκτορας στις Σκαιές Πύλες. Άποψή μου είναι πως θα ήταν αμεσότερο να το βάφτιζε « ¨Αη –Λου».  Και τούτο, γιατί όποιος φεύγει, πηγαίνει κατά την αναγκαιότητα. – Ο Έκτορας για την πατρίδα. Κι αυτό ήταν ηρωισμός -. Στα νοούμενα του ποιήματος, το επίκεντρο πέφτει σ’ αυτόν που μένει να υπερασπιστεί τη ζωή και την τιμή της ζωής. Επειδή δε το θέμα αυτού του ποιήματος το συνεχίζει και στο επόμενο,  «στη χάση του φεγγαριού» και  της λέει «ασπροντυμένη να φανείς ανήμερα τ’  Άη – Λύπιου», μας δίνει τη δυνατότητα μιας πρότασης όχι τίτλου αλλά ουσίας και δικαιοσύνης για τον απομένοντα και επωμιζόμενον τα κατάλοιπα. «Τις νύχτες κλαίει η Ανδρομάχη …κι είν’ η σιωπή μεγάλη μάχη». Και πιο κάτω: « Ανθίζει εξαίσιο της αγάπης -  το  δένδρο μες στην απουσία».  Ύστερ’ από «μια χειρονομία πικρή… να οιακίσω το μαύρο κεραυνό…τώρα που πίσω μου υπάρχουν τα μέλλοντα – κι όλα τα περασμένα μπροστά με καρτεράνε». Έχει συνείδηση βαθιά ο ποιητής της σημασίας της φυγής του, ως απόφασης και πράξης. Αφήνει πίσω του το μέλλον κι έχει μπροστά του το παρελθόν. Οι νεκροί έχουν μόνο παρελθόν. Το μέλλον  το άφησαν πίσω. Ο θάνατος  δεν έχει μέλλον. Μόνον ο Χάρος έχει. Είναι φοβερή η εικόνα του ποιητή. Το τοπίο του ποιήματος θα ήταν  πιο δραματικό και με μια γεύση τραγικότητας, αν μετατοπιζόταν το βάρος και του τίτλου στη Λου, όπου και το ποίημα γέρνει με τη συνειδητή πρόθεση του ποιητή.

Ο Λιαντίνης  έδωσε το εύρος της ποιητικής του δύναμης. Θα την έλεγα λυρική δραματική ποίηση. Λυρική, γιατί έχει μια συμπαντική μελωδία, μεταξύ βουής, γαλήνης και εκκωφαντικής σιωπής, χωρίς να λείπει ο εναρμόνιος ήχος του λόγου, του μέλους και του ρυθμού. Δραματική δε, γιατί φτάνει το ον στο όριά του. Το ισορροπεί στην κορυφογραμμή  του ορίζοντα κι ύστερα το περνάει στη σκοτεινή πλευρά.

 

(Δημοσιεύτηκε  στο  περιοδικό  «ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ» του  Συλλόγου  Αποφοίτων  της  Φιλοσοφικής  Σχολής  του  Πανεπιστημίου  Θεσσαλονίκης, τεύχος  126,  Οκτώβριος-Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2006, σελ. 633, στις  βιβλιοπαρουσιάσεις).