Δημήτρης Λιαντίνης
Joomla Slide Menu by DART Creations
Τα Βιβλία του Λιαντίνη
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
Χειρόγραφα
Αναμονές-Προσθήματα
...

Γράμμα στο Δημήτρη (Πέτρος Βλαχάκος)

Γράμμα στο Δημήτρη (Πέτρος Βλαχάκος)

Αγγλική Έκδοση της
Γκέμμα

Αγγλική Έκδοση της Γκέμμα

Ρωσική Έκδοση της
Γκέμμα

Ρωσική Έκδοση της Γκέμμα

 

Ποιήματα του Rainer Maria Rilke ελληνισμένα από το Δ. Λιαντίνη


Ι. Από τα Πρώτα ποιήματα, Άφιξη (Erste Gedichte, Advent)


Fremd ist, was deine Lippen sagen,

fremd ist dein Haar, fremd ist dein Kleid,

fremd ist, was deine Augen fragen,

und auch aus unsern wilden tagen

reicht nicht ein leises Wellenschlagen

an deine tiefe Seltsamkeit.

 

Du bist wie jene Bildgestalten,

die überm leeren Altarspind

noch immer ihre Hände falten,

noch immer alte Kränze halten,

noch immer leise Wunder walten –

wenn längst schon keine Wunder sind.

 

Du bist so fremd, du bist so bleich.

Nur manchmal glüht auf deinen Wangen

ein hoffnungsloses Heimverlangen

nach dem verlorenen Rosenreich.

 

Dann sehnt dein Auge, tief und klar,

aus allem Müssen, allem Mühen

ins Land, wo nichts als stilles Blühen

die Arbeit deiner Hände war.

 

 

Ξένο ό,τι σα λόγος στα χείλη σου αυξάνει

τα μαλιά σου ξένα και το φόρεμά σου

ξένο είν’ ό,τι ρωτάει η ματιά σου.

Kι ούτε ένας φλοίσβος δε φτάνει

από της δικής μας ζωής τη σφοδρότη

στη δική σου βαθειά σπανιότη.

 

Σαν κάποια εικονίσματα φαντάζεις γραμμένα

που πάνω απ’ την άδεια του βωμού σκευοθήκη

αιώνια τα χέρια σταυρώνουν αιώνια στεφάνια κρατούν παλιωμένα

και θάματα αιώνια οργανώνουν,

τα θάματα αν έχουν καιρό σταματήσει.

 

Είσαι τόσο ωχρός και τόσο ξένος.

Μόνο που κάποτε φωτίζει τη μορφή σου

πόθος απελπισιάς η ‘ πιστροφή σου

όπου μες στα τριαντάφυλλα ο κόσμος ο χαμένος.

 

Και λαχταρά καθάριο και βαθύ το βλέμμα σου

απ’ τη προσπάθεια και τη ανάγκη τη πολλή

τη χώρα, που σαν άνθισμα μες τη σιγή

εγίνη πια το έργο απ’ τα χέρια σου.

 

 

ΙΙ. Από τα Νέα ποιήματα ( Neue Gedichte)

 

LIEBESLIED


Wie soll ich meine Seele halten, dass

sie nicht an deine rührt? Wie soll ich sie

hinheben über dich zu andern Dingen?

Ach gerne möcht ich sie bei irgendwas

Verlorenem im Dunkel unterbringen

an einer fremden stillen Stelle, die

nicht weiterschwingt, wenn deine Tiefen

schwingen.

Doch alles, was uns anrührt, dich und mich,

nimmt uns zusammen wie ein Bogenstrich,

der aus zwei Saiten e i n e  Stimme zieht.

Auf welches Instrument sind wir gespannt?

Und welcher Spieler hat uns in der Hand?

O süsses Lied.

 

 

ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

 

Πως να γίνει την ψυχή μου να κρατήσω

να μην κραίνει την ψυχή σου; Πως να γίνει την ψυχή μου

να υψώσω σ’ άλλα πράγματα, που στέκουν πάνωθέ σου:

αχ πως θάθελα να γίνει να την κρύψω

σε μια θέση μεσ’ στην σκοτεινιά χαμένη

ήρεμη και μπιστική και ξένη,

να μη φτάνει να δονιέται, σαν τα βάθη σου δονιούνται.

κι’ όμως κάθε τι που και τους δυο μας μάς αγγιάζει

σε μια δοξαριά μας συνεπαίρνει,

που από δυο χορδές μιαν αρμονία φέρνει.

 

(Οι τρεις τελευταίοι στίχοι δεν έχουν αποδοθεί).

 

 

IΙΙ. Από τα Νέα ποιήματα ( Neue Gedichte)

 

ŰBUNG AM KLAVIER

 

Der Sommer summt. Der Nachmittag  macht

Müde;

Sie atmete verwirrt ihr frisches Kleid

und legte in die triftige Etüde

die Ungeduld nach einer Wirklichkeit,

 

die kommen konnte morgen, heute Αbend,

die vielleicht da war, die man nur verbarg;

und vor den Fenstern, hoch und alles habend,

empfand sie plötzlich den verwöhnten Park.

 

Da brach sie ab; schaute hinaus, verschränkte

die Hände, wünschte sich ein langes Buch

und schob auf einmal den Jasmingeruch

erzühnt zurück. Sie fand, dass er sie kränkte.

 

 

ΑΣΚΗΣΗ ΣΤΟ ΠΙΑΝΟ

 

Μια κούραση φέρνει το δείλι. Ζουνίζει το καλοκαίρι·

αυτή αναπνέει το δροσερό της ρούχο ζαλισμένη

και στης παρτιτούρας το κέντρο αποθέτει

την ανυπομονιά κάποιας πραγματικότης,

που μπορούσε σήμερα το βράδυ, αύριο να φτάσει,

που ήταν ίσως εκεί, που κιόλας την έκρυβε κάποιος.

Κι από τα παραθύρια ψηλά σε δεσπόζουσα στάση

υποδέχτηκε άξαφνα το χαϊδεμένο της πάρκο.


Σταμάτησε τότε, σταυρώνοντας τα χέρια κύτταξε μακριά

κι ένα βιβλίο ζήταγε που δεν είχε άκρια,

μα έδιωξε πάλι με μιας το μυριστικό γιασεμί

θυμωμένη. Τόνοιωθε σαν πληγή.

 

 

IV. Από τα Νέα ποιήματα ( Neue Gedichte)

 

GEBURT DER VENUS

 

An diesem Morgen nach der Nacht, die bang

vergangen war mit Rufen, Unruh, Aufruhr,-

brach alles Meer noch einmal auf und schrie.

Und als der Schrei sich langsam wieder schloss

und von der Himmel blassem Tag und Anfang

herabfiel in der stummen Fische Abgrund-:

gebar das Meer.

 

Von erster Sonne schimmerte der Haarschaum

der weiten Wogenscham, an deren Rand

das Mädchen aufstand, weiss, verwirrt und feucht.

So wie ein junges grünes Blatt sich rührt,

sich reckt und Eingerolltes langsam auf schlägt,

entfaltete ihr Leib sich in die Kühle

hinein und den unberührten Früwind.

 

Wie Monde stiegen klar die Knie auf

und tauchten in der Schenkel Wolkenränder;

der Waden schmaler Schatten wich zurück,

die Füsse spannten sich und wurden licht,

und die Gelenke lebten wie die Kehlen

von Trinkenden.

 

Und in dem Kelch des Beckens lag der Leib

wie eine junge Frucht in eines Kindes Hand.

In seines Nabels engem Becher war

das ganze Dunkel dieses hellen Lebens.

Darunter hob sich licht die kleine Welle

und floss beständig über den Lenden,

wo dann und wann ein stilles Rieseln war.

Durchschienen aber und noch ohne Schatten,

wie ein Bestand von Birken im April,

warm, leer und unverborgen lag die Scham.

 

Jetzt stand der Schultern rege Wage schon

im Gleichgewichte auf dem graden Körper,

der aus dem Becken wie ein Springbrun aufstieg

und zögernd in den langen Armen abfiel

und rascher in dem vollen Fall des Haars.

 

Dann ging sehr langsam das Gesicht vorbei:

aus den verkürzten Dunkel seiner Neigung

in klares, wagrechtes Erhobensein.

Und hinter ihm verschloss sich steil das Kinn.

 

Jetzt, da der Hals gestreckt war wie ein Strahl

und wie en Blumenstiel, darin der Saft steigt,

streckten sich auch die Arme aus wie Hälse

von Schwänen, wenn sie nach dem Ufer suchen.

 

Dann kam in dieses leibes dunkle Frühe

wie Morgenwind der erste Atemzug.

 

Im zartesten Geäst der Aderbäume

entstand ein Flüstern, und das Blut began

zu rauschen über seinen tiefen Stellen.

Und dieser Wind wuchs an: nun warf er sich

mit allem Atem in die neuen Brüste

und füllte sie und drückte sich in sie,-

dass sie wie Segel, von der Ferne voll,

das leichte Mädchen nach dem Strande drängten.

 

So landete die Göttin.

 

Hinter ihr,

die rasch dahinschritt durch die jungen Ufer,

erhoben sich den ganzen Vormittag

die Blumen und die Halme,warm, verwirrt

wie aus Umarmung. Und sie ging und lief.

Am Mittag aber, in der schwersten Stunde,

hob sich das Meer noch einmal auf und warf

einen Delphin an jene selbe Stelle.

Tot, rot und offen.

 

 

ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ

 

Εκείνο το πρωί

Ύστερα από μια νύχτα γιομάτη αντάρα καλέσματα και ταραχή

για μια ακόμη φορά ανέβηκε το πέλαγο στην κορυφή

και βόγγηξε.

Κι όταν αργά η κραυγή καταλάγιασε πάλι

βουλιάζοντας μέσα στην άβυσσο τη βουβή

η θάλασσα γέννησε.


Στον ήλιο τον πρώτο λαμποκόπησε ο αφρός της κόμης

και το κορίτσι υψώθηκε στην ούγια των γλαυκών

κυμάτων,

κατάλευκο αμήχανο και υγρό.

Έτσι σαν ένα πράσινο φύλλο ανάδεψε,

τεντώθηκε και καμπυλώνοντας σε μια πρόκληση

νωχελική ξεδίπλωσε το σώμα του

μέσα στο δροσάτο αγέρι της αυγής.


Καθαρά ξεπρόβαλλαν τα γόνατα,

δυο φεγγάρια ανεβασμένα από τα δαχτυλιδωτά σύγνεφα

των μηρών.

Οι κνήμες υποχώρησαν μέσα σε ίσκιους αχνούς.

Και οι αρμοί του πήραν να ζωντανεύουν

όπως το λαρύγγι του πότη.


Και το σώμα έγειρε ανάγερτο στο γύρο ποτηριού

όπως ο νέος καρπός σ’ ενού παιδιού τα χέρια.

Η μικρή δαχτυλήθρα του αφαλού

φύλαγε όλο το σκοτάδι εκείνου του ολόφωτου σώματος.

Πιο κάτου κύμα μικρό σηκώθη αχνογελόχαρο

κύλησε σίγουρο και κύκλωσε τα ισχία

όπου ένα ήσυχο κελάρυσμα θρόιζε.

Διάφανο όμως και χωρίς ίσκιους ακόμη

σαν το απόσταγμα από σημύδες του Απρίλη

πρόβαλε το αιδοίο

άδειο, ζεστό και αναμένοντας.


Τώρα οι ώμοι ζυγαριάστηκαν τέλεια

πάνω στο λυγερό κορμί.

Από το δοχείο του θηλυκού σαν συντριβάνι

τινάχτηκε ο ρυθμός

και γκρεμίζονταν τρέμοντας

στους καταρράχτες των μαλλιών

και στα μακρυά ωραία χέρια.


Ύστερα αργά – αργά προσπέρασε η όψη της.

Η θηλυκάδα, ακατανίκητη ροπή,

έγινε αδιόρατη μες στο σκοτάδι

και ετελείωνε ήρεμα στο θεληματικό της πηγούνι.


Τώρα ο λαιμός άστραψε όπως αχτίνα,

και μέσαθέ του ανεβήκαν οι χυμοί

όπως στο ύπερο του λουλουδιού.

Σύγκαιρα τεντώθηκαν οι δύο βραχίονες,

κύκνων λαιμοί

όταν πλένε κατά την όχθη.


Και τότε σ’ εκείνου του σώματος το σκοτεινό

ξύπνημα εκίνησε σαν αύρα πρωινή

η πρώτη αναπνοή.


Τα κλαδιά των φλεβών σχημάτισαν ψιθυρίζοντας

ένα δέντρο τρυφερό.

Και το αίμα άρχισε να βουίζει

μέσα από το βαθύ μυχό του.

Και τούτος ο άνεμος αύξαινε.

τόσο που χύθηκε με όλη τη βία του

στα νέα στήθη.

Τα γέμισε και τα φούσκωσε σαν δυο πανιά

τεντωμένα από την προσδοκία του μακρυνού.

Και αλάφριο το κορίτσι το σπρώξανε στην στεριά.


Έτσι καταπλέοντας άραξε η θεά.

 


Πίσω της αναμεριάζοντας πλατιά προς την

καινούργια όχθη ανέβαιναν όλο το πρωινό

τα λουλούδια και τα καλάμια

βρυαρά μπερδεμένα και ανεβάσταγα

όπως οι αφές στο αγκάλιασμα.

Κι αυτή προχωρούσε να φτάσει.


Όμως το μεσημέρι, εκείνη την ώρα τη βαριά,

σηκώθηκε το πέλαγο μια ακόμη φορά

και στην ίδια εκείνη θέση που γέννησε τη θεά

ξέβρασε ένα δελφίνι

νεκρό, πορφυρό, και ανοιγμένο