Δημήτρης Λιαντίνης
Joomla Slide Menu by DART Creations
Τα Βιβλία του Λιαντίνη
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
Χειρόγραφα
Αναμονές-Προσθήματα
...

Αγγλική Έκδοση της
Γκέμμα

Αγγλική Έκδοση της Γκέμμα

Ρωσική Έκδοση της
Γκέμμα

Ρωσική Έκδοση της Γκέμμα

Αγγλική έκδοση των ποιημάτων
Οι Ώρες των Άστρων

Αγγλική έκδοση των ποιημάτων Οι Ώρες των Άστρων

Χρήστος Κορέλας (Λογοτέχνης)

Δημήτρη Λιαντίνη

«Homo educandus»

(Φιλοσοφία της αγωγής)


Αυτός ο αγώγιμος άνθρωπος είναι πρόβλημα που μελετάει ο Δημήτρης Λιαντίνης. Η δεκτικότητα της ανθρώπινης φύσης που πλαστουργείται πλαστουργώντας στέκεται ή οδυνηρότητα της αγωγής που ματώνει το συγγραφέα, χωρίς να θέλει να προτείνει κάποιο σύστημα αγωγής. Δεν σημαίνει πως δεν προτείνει. Μόνο που η «πρόταση» είναι μια επιστροφή σε βιωμένες εμπράγματες αλήθειες. Και τούτη η επιστροφή είναι στους προσωκρατικούς φιλοσόφους μέχρι τα Μηδικά. Το οριοθετεί δε ο συγγραφέας – από τη σκοπιά που τα μελετάει – στο 478 π.Χ., οπότε και τελεσιουργήθηκε το μυστήριο της ανθρώπινης αρμονίας. Η σύζευξη του Μηδενός και του Είναι του Παρμενίδη, μεταλλάσσεται στο «γίγνεσθαι» του Ηράκλειτου. Στην οντολογική σφαίρα είναι Αλήθεια, στην κοσμική πραγμάτωση. Ανάγκη και στην ανθρώπινη κατάσταση. Μοίρα.

Κι αυτή η Αλήθεια της φύσης που θα μορφωθεί στον άνθρωπο σαν Αρετή περνώντας από τη συνείδησή του, δίνει για το συγγραφέα τα μέτρα της αγωγής.

Έδωσα σ’ ένα αδρό περίγραμμα την κίνηση του συγγραφέα ξέροντας πως τον αδικώ. Και τον αδικώ, γιατί με τούτο το σχήμα αποστραγγίζω τους χυμούς της σκέψης του, τη διαλεκτική του πορεία, τις φοβερές του βυθομετρήσεις, τα δραματικά του αφουγγράσματα, καθώς προσπαθεί να πιάσει τους αντίθετους ήχους της κοσμικής τάξης, να τους συμπλέξει με το ανθρώπινο αντρείεμα και μεσ’ από το αντιπάλεμα να μας οδηγήσει στην αρμονία της ενανθρώπισης του ανθρώπου. Κι ακόμη αποστερώ τον αναγνώστη από την ποιητική μέθεξη του κειμένου, τη φωτεινότητα της γλώσσας του συγγραφέα και τους μετεωρισμούς της σκέψης που τοξεύοντας το χρόνο ανταμώνουν Όμηρο και Μακρυγιάννη. Χρειάζεται μια συνεχής ακροβασία στοχασμού και μια ψυχή απολυμένη από τα μουράγια της για ν’ ανοιχτεί στο πέλαγος του Λιαντίνη. Χρειάζεται μια γνώση αναφοράς κι ένα γύμνασμα αισθαντικότητας για ν’ ανεβοκατεβαίνεις τη μουσική κλίμακα του λόγου και της σκέψης του. Γιατί εκεί που σου μιλάει για την ουσία του είναι και την αγνωσία του μηδενός κατά την προσωκρατική σκέψη, σε ρίχνει κυματόδαρτο στο Μανιάτικο καταλυτικό θρήνο της γυναίκας π’ ορφάνεψε από άντρα, για να σε περάσει στην αστική κηδεία του διανοουμένου. Οντολογία, Ανάγκη, Αλήθεια, Αρετή, Γνωστική Συνείδηση, Ηθική, Συνείδηση, Νιτσεϊκή ανθρωπιά, σκαμπίλισμα των αβροδίαιτων του «κλασικού κάλλους» και θυμοί για την έμμονη εμμονή της διανόησης και της τρεχούμενης βιοτής είναι τα αλλεπάλληλα περάσματα του συγγραφέα. Κι όλα να συγκλίνουν στη γοητεία του «εν αρχή ην το μηδέν και το είναι». Δεν είναι εύκολο βιβλίο. Δεν είναι βιβλίο για τους αμύητους. Και αμύητοι δεν είναι οι μη γνωρίζοντες ούτε οι γνωρίζοντες, αλλά οι κορυβαντιώντες, που ούτε οι ίδιοι ακούνε, ούτε τους άλλους αφήνουν να ακούσουν. Αυτό που είπε ο Χριστός για τους Φαρισαίους. Φοβάται ο συγγραφέας και το λέει στον πρόλογό του, ότι ίσως οι θέσεις του για μια νέα αγωγή χαρακτηριστούν σαν ένας θεωρητισμός. Γι’ αυτό και καταφεύγει στη διαλεκτική του αρχαϊκού ελληνικού πνεύματος (Προσωκρατικοί) ως τα Μηδικά που ενσαρκώθηκε στην πράξη το μέγεθος των ιδεών και φανερώθηκε ο μεγαλειώδης άνθρωπος του 5ου αιώνα. Ο ίδιος το λέει ως εξής: «Από την άποψη της αγωγής στη δωδεκαετία (490 π.Χ. – 478 π. Χ. εκείνη άνθισε με το θαλερότερο τρόπο το ιδεώδες του εσθλού. Η  ανθρώπινη πράξη προσέγγισε στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τα φυσικά αρχέτυπα. Ιστορία και φύση εκόντεψαν να συμπέσουν και να ταυτιστούν. Και για να το πω θεολογικά: εκείνες τις στιγμές εφάνηκε ότι ο άνθρωπος αχρήστεψε τις συνέπειες της προπατορικής πτώσης». Ανάγεται στην ιδέα της θεοδικίας από την άποψη της ασέβειας στη φύση και στην τάξη, την κοσμική τάξη. Γι’ αυτό αναφέρει ενδεικτικά τον Αισχύλο και τον Ηρόδοτο που λένε ότι τους Πέρσες «τιμώρησαν τα νερά της Σαλαμίνας για την ύβρη που διέπραξαν στα νερά του Ελλησπόντου». (Έρριψε χειροπέδες ο Ξέρξης να τα σκλαβώσει). Και συνδέεται τούτο με την κραυγή του Οδυσσέα «Ω κύνες, ούτε θεούς δείσαντες» ενάντια στους μνηστήρες, όταν τοξεύει πρώτα και ταυτόχρονα τον Αντίνοο. Επιμένω περισσότερο στην αναφορά του συγγραφέα στα Μηδικά, γιατί ο ίδιος θεωρεί ότι όλο το σύστημα των ιδεών και η αγωγή στην Ελλάδα βασίστηκαν σ’ εκείνα τα γεγονότα. Εδώ η ποιότητα ζωής ανάτρεψε την ποιότητα (Πέρσες), που θα πει ότι σήμερα μετράμε περσικά και δεν ζούμε ούτε συλλογιόμαστε ελληνικά, όχι «Ελληνικά». Η δε ποσοτική στάση του καιρού μας στοιχειοθετεί την ίδια ύβρη του Ξέρξη, του Ρωμαίου, του τύραννου. Και φυσικά η αγωγή μας που είναι μια προχώρηση, όχι μια αντίσταση στις συντεταγμένες του καιρού μας θα οδηγήσει «πυρηνικά» όχι σε μιαν ήττα Σαλαμίνια, αλλά σε μια κατακλυσμιαία εποχή. «Η μυθική φωνή των Μηδικών νομίζω ότι θα είναι σταθερά καταφατική. Και το απλό μυστικό της πηγής που παράγει αυτή τη νικηφόρα δύναμη βρίσκεται στη μέτρια και συσπειρωμένη στάση του ανθρώπου ενάντια στην έμφυτη ροπή του για την άνεση, τον πλούτο και τη ρηχή ευκολία», λέει ο συγγραφέας.

Γι’ αυτό το «βίωμα της ένδειας» νοιάζεται ο Λιαντίνης και θέλει να το περάσει μέσα στη σύγχρονη αγωγή, γιατί αλλοιώς θα υπερτρέφουμε τη γνωστική συνείδηση, χωρίς η ηθική συνείδηση να γίνεται η αξονική διάμετρος που θα συνδέει το φυσικό με τον ανθρώπινο πόλο σε μια σύζευξη αρμονίας και μέτρου. Και εννοεί την αρμονία ο συγγραφέας με την αιώνια αντίκρουση του μηδενός και του είναι. Σε μας απομένει η παραδοχή. Μια παραδοχή ενεργούμενη που θα γεννήσει την τραγωδία αναδυόμενη από το τραγικό αίσθημα της ζωής. Μια παραδοχή του θριαμβευτικού μηδενός που θα μας οδηγήσει στην κατάφαση του είναι. Ενός είναι, που το μέτρο του θα καταφάσκεται στην αναίρεση, όταν η τελευταία δεν θα απεικονίζει παρά την τελετουργία της φυσικής εκμηδένισης που ζωοποιεί και δεν μηδενίζεται, ούτε μηδενοποιεί. «Το μηδέν δεμένο πάντα με το είναι, όπως η κορυφή με το ύψος».

Όσο θα παραμένουμε στη δραματική ύβρη, η κάθαρση, που είναι ο τέλειος αναβαθμός ή το κλείσιμο του κύκλου του τραγικού βιώματος, θα παραμείνει η άγνωστη αιτία, που όσο δεν θα συντελείται, θα συντελεί το γκρέμισμα του κόσμου. Ο συγγραφέας θα πει: «το βίωμα της απελπισίας και της ανάγκης η εποχή της παιδαγωγικής ακμής το πέρασε στον κόσμο της τέχνης σαν κανηφόρα πομπή μορφών αποσπασμένων από το αίσθημα του ελεητικού φόβου. Οι Έλληνες αυτή την πρωτοφανή αποκάλυψη την ονόμασαν τραγωδία».

Με κάποιες αναφορικές νύξεις στο βιβλίο προσπαθώ να δώσω στον αναγνώστη μου κάτι από τη βασική αντίληψη του βιβλίου, κάτι από τη συναρπαστική αισθητική του συγγραφέα, κάτι από την επανάστασή του, κάτι από την ανάπλαση του αρχαϊκού πνεύματος σε σημερινά πρότυπα, κάτι από την καταγγελία της αγωγής του καιρού μας. Εκείνο που περνάει μεσ’ απ’ όλα είναι η διάστροφη στάση των ανθρώπων (κατεχόντων και μη) απέναντι στη φυσική μεταχείριση. «Η διακριτική μεταχείριση του ανθρώπου από τη φύση είναι ένας νόμος που τον έκαμε παρανομία η επέμβαση του ανθρώπου με την εισαγωγή του αιτήματος της άκριτης ισότητας μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι...η τυφλή και τυχαία γενναιοδωρία της φύσης σε κάποιον παίρνει από τον ίδιο ή τον περίγυρό του υβριστικά και αυθαίρετα το νόημα και το χρίσμα της κανονικότητας, τη φειδώ της φύσης ή της τύχης...αποθηριωμένη από το μένος της κατεστημένης τάξης στην εμμονή της να κατακρατά το κέρας της Αμάλθειας, μεταβάλλεται σε μια επαναστατική νοοτροπία που εμπνέεται από την πεποίθηση ότι ο δρόμος για να αυτοπραγματωθεί ο άνθρωπος δεν είναι να καταξιώσει τα δικά του ελάσσονα, αλλά να απαξιώσει τα ξένα πλείονα στοιχεία». Εδώ ο συγγραφέας βάνει για τα καλά τα δάχτυλά του στον τύπο των ήλων της εποχής μας, αποτέλεσμα μιας ιστορικά λαθεμένης στάσης του ανθρώπου. Χιονοστιβάδες χιλιετιών πια, πως να επιστρέψουμε φίλε συγγραφέα. Έτσι σκοντάφτουμε στα αιώνια «εδώ και τώρα», Λούκουλοι και αγροδίαιτες χελώνες παίζοντας ασύνειδα το παιχνίδι της φύσης. Το συνεχή πόλεμο. Πόσες εκατοντάδες χρόνια της ίδιας και ίσης αγωγής θα χρειαστούν για το «επανάγαγε». Πως θα προσπεράσουμε τα πυρηνικά, το Νίτσε, το Μαρξ, τον καθολικισμό, την ορθοδοξία, τον κριτικό αμερικανισμό και το δογματικό ρωσισμό, την άγρυπνη πείνα (Ανάγκη) και την αγρυπνότερη ευμάρεια (ας τη λένε νωχέλεια), τη φιλοσοφούσα υλοζωικά ανθρωπότητα, τη ζωοποιούσα επιστήμη και την επαληθεύουσα τη δύναμη τεχνολογία; πως ; ποιο είναι ευκολότερο; Η αγάπη του Ναζωραίου, η ισότητα του Μαρξ, ο υπεράνθρωπος του Νίτσε (άμυνα) ; Η ιστορική γνώση απομένει το «πως» της προσχώρησης στο χώρο του «τι». Πιστεύω με το συγγραφέα ότι διαλέξαμε και το «τι» λάθος, επομένως το όποιο «πως» θα είναι λάθος. Κι αν διαλέξαμε το ευκολότερο, θα είναι και το καλύτερο; Ζητείται επιπλέον και η αγωγή του καθαρού αυτιού να μπορεί να ξεχωρίζει τους ήχους της σημερινής πολυφωνικής συσαρμονίας, αλλά και των ιστορικών απόηχων. Πάντως ο Λιαντίνης κοκκίνισε κάπως χαστουκίζοντας το διανοητικό μυρικασμό της εποχής μας από την ιδεοληπτική «πολιτική», ως τη διάστροφη σύλληψη της μεταφυσικής.

 

(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΔΩΜΑ, τευχ. 5, άνοιξη – καλοκαίρι 1985, σ. 201-204).